ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαγγέλη Καραμανωλάκη «Ανεπιθύμητο παρελθόν – Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ό αι. και η καταστροφή τους», που κυκλοφορεί τις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις «Θεμέλιο»

Τον Αύγουστο του 1989, λίγους μήνες πριν από την πτώση του Τείχους και ενώ η ελληνική κοινωνία συγκλονιζόταν από το σκάνδαλο Κοσκωτά, η κυβέρνηση Ν.Δ.-ΣΥΝ, η μοναδική κυβέρνηση συνεργασίας Δεξιάς – Αριστεράς στον 20ό αιώνα, αποφάσισε την καύση περίπου 17.500.000 ατομικών φακέλων κοινωνικών φρονημάτων που διατηρούσε η Ασφάλεια. Ετσι, η Ελλάδα, στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έγινε η πρώτη και μόνη διεθνώς χώρα που προχώρησε στην καταστροφή αυτής της σκοτεινής κληρονομιάς ενός αυταρχικού παρελθόντος.

O αριθμός μοιάζει εξωπραγματικός, καθώς, το 1989, αντιστοιχούσαν περίπου δυο φάκελοι σε κάθε ζώντα πολίτη της χώρας, ανεξάρτητα από το εάν στην πραγματικότητα ήταν φακελωμένος ή όχι. Πώς δικαιολογούνταν;

Κατ’ αρχάς, ακόμη και εάν κάποιος πέθαινε, ο φάκελός του διατηρείτο, καθώς τα στοιχεία που περιείχε μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ενοχοποίηση προσώπων του οικογενειακού ή ακόμη και του φιλικού περιβάλλοντός του. Σε έναν κόσμο αναζήτησης υπόπτων και πιθανών ενόχων, κυριαρχούσε η αρχή της οικογενειακής ευθύνης. Οι κατιόντες ιδιαίτερα συγγενείς θεωρούνταν εξ ορισμού ύποπτοι λόγω των φρονημάτων των προγόνων τους.

Εφόσον οι φάκελοι δεν καταστρέφονταν και καθώς υπήρξε η εκτεταμένη χρήση του φακελώματος για εκατομμύρια πολίτες και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, εύλογα είχε παραμείνει –χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε το ακριβές μέγεθος– ένας ιδιαίτερα εκτεταμένος όγκος φακέλων. Κατά δεύτερο λόγο, συχνά συγκροτούνταν περισσότεροι του ενός φάκελοι για τον ίδιο πολίτη από διαφορετικά παραρτήματα Ασφαλείας σε όλη την Ελλάδα, με βάση και τις μετακινήσεις του, τις αλλαγές του τόπου διαμονής ή εργασίας του.

Οσον αφορά την έκταση της καταγραφής, αυτή δεν αφορούσε μόνο τους κομμουνιστές, αλλά και εκείνους που είχαν συνδεθεί σε κάποια περίοδο με την Αριστερά χωρίς να έχουν υπάρξει κομματικά μέλη· επίσης, σε όσους είχαν οικογενειακούς ή άλλους δεσμούς με πρόσωπα που ανήκαν στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Στις περιόδους δικτατοριών, όπως στην 4η Αυγούστου ή στην 21η Απριλίου, η παρακολούθηση και καταγραφή αφορούσε ένα μεγάλο μέρος πολιτών από όλο το πολιτικό φάσμα, όσους και όσες ήταν ύποπτοι/-ες για εναντίωση στα συγκεκριμένα καθεστώτα. Ιδιαίτερα στη διάρκεια του επτάχρονου στρατιωτικού καθεστώτος (1967-1974), το μέτρο της παρακολούθησης των πολιτών διευρύνθηκε, στοχεύοντας σε όσους και όσες, από όλο το πολιτικό φάσμα, αντιστρατεύονταν τη χούντα· υπήρξε μια συστηματική καταγραφή των φρονημάτων όσων προσώπων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κατατάσσονταν από την Ακρα Αριστερά έως τη βασιλόφρονα Δεξιά.

Η συγκρότηση και η ενημέρωση των φακέλων αποτελούσε έργο της Αστυνομίας Πόλεων και ιδιαίτερα της Ασφάλειας και των διαφορετικών υπηρεσιών που τη συγκροτούσαν. Η Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας, το Κέντρο Αλλοδαπών, το Τμήμα Πληροφοριών, τα κατά τόπους παραρτήματα Ασφαλείας συνιστούσαν κόμβους ενός πολύπλοκου και πολυπλόκαμου μηχανισμού, ο οποίος συγκέντρωνε και αξιολογούσε στοιχεία. Οι κόμβοι αυτοί άλλαζαν μέσα στον χρόνο με βάση τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με σημαντικότερη μεταβολή τη δημιουργία, τον Νοέμβριο του 1958, της Γενικής Διευθύνσεως Εθνικής Ασφαλείας (ΓΔΕΑ).

Ο στόχος της νέας υπηρεσίας, η οποία ιδρύθηκε με νόμο της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, μετά την ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση, ήταν ο συντονισμός της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και των άλλων υπηρεσιών Ασφαλείας, ώστε να διαχειρίζονται «ενιαίως πάντα τα θέματα Εθνικής Ασφαλείας». Ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητες της ΓΔΕΑ ήταν η «εθνική διαφώτισις», η καταπολέμηση δηλαδή της αριστερής προπαγάνδας και η συγκρότηση «Γενικού Αρχείου Εθνικής Ασφαλείας». H ΓΔΕΑ ανέλαβε την εποπτεία της οργάνωσης και ενημέρωσης των ατομικών φακέλων κοινωνικών φρονημάτων, τους οποίους συγκέντρωνε και αρχειοθετούσε, ενώ συγκρότησε και Ειδικό Αρχείο για τους φακέλους των πλέον «επικίνδυνων κομμουνιστών».

Η συγκέντρωση των στοιχείων αποτελούσε έργο της Ασφάλειας, για το οποίο εργαζόταν ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού της, καθώς και ένα πλήθος έμμισθων ή και άμισθων πληροφοριοδοτών. Για την κατανόηση της έκτασης του μηχανισμού είναι χρήσιμο να αναφερθούμε στο περιεχόμενο των φακέλων. Κατ’ αρχάς, περιλάμβαναν έγγραφα που παράγονταν μέσα από τη σχέση του κράτους και των υπηρεσιών του με τον πολίτη (πιστοποιητικά, στρατολογικές υποχρεώσεις, βεβαιώσεις, άδειες για μετάβαση στο εξωτερικό, δικαστικές αποφάσεις κ.ά.), καθώς και πληροφορίες που προέκυπταν από αυτή τη σχέση.

Η Ασφάλεια ενημερωνόταν από τις τελωνειακές αρχές για το πότε κάποιος/-α εγκατέλειπε ή εισερχόταν στη χώρα, από τα γραφεία ταξιδίων για το τι εισιτήρια αγόραζε, από τις δημόσιες υπηρεσίες για το ποια πιστοποιητικά ζητούσε, ποιες συμβολαιογραφικές πράξεις πραγματοποιούσε κ.ά. Παράλληλα, υπήρχε συνεχής επικοινωνία με μια σειρά από άλλους φορείς και υπηρεσίες που είχαν ως έργο τη συγκέντρωση στοιχείων για τους πολίτες, όπως η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, ο Στρατός, το Λιμενικό Σώμα κ.ά. Θεσμοί όπως τα πανεπιστήμια ενημέρωναν συνεχώς για όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό τους.

Κατά δεύτερο λόγο, και σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που διαθέτουμε, ένα σημαντικό τμήμα του περιεχομένου των φακέλων συγκροτείτο με βάση την παρακολούθηση των πολιτών, ιδιαίτερα των πλέον επικίνδυνων. Η παρακολούθηση αποτελούσε θεσμικά έργο της Ασφάλειας, εξ ου και η πολιτική περιβολή των στελεχών της, η οποία τους επέτρεπε να περνούν, θεωρητικά τουλάχιστον, απαρατήρητα, συμμετέχοντας σε παρακολουθήσεις προσώπων και συμβάντων. Η παρακολούθηση αφορούσε κατ’ αρχάς την πολιτική δράση των πολιτών, αλλά όχι μόνο όπως προέκυπτε από την τυχόν κομματική τους δραστηριότητα.

Στο επίκεντρο της παρακολούθησης τοποθετείτο μια σειρά από δραστηριότητες που αφορούσαν τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή των πολιτών: τι εφημερίδα διάβαζαν, με ποιους έκαναν παρέα, σε ποιες εκδηλώσεις πήγαιναν, τι ταξίδια πραγματοποιούσαν. Ενα σημαντικό τμήμα αφορούσε και την επαγγελματική τους ζωή, τις συναναστροφές και τη δράση τους στους χώρους εργασίας, στοιχεία που άλλωστε καταγράφονταν και από τα συμβούλια νομιμοφροσύνης στον δημόσιο τομέα.

Στη συμπλήρωση των φακέλων συνεργάζονταν με πληροφορίες όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, ενώ στοιχεία πρόσφεραν και ιδιώτες, που λόγω της θέσης τους μπορούσαν να συγκεντρώνουν πληροφορίες, όπως θυρωροί, οδηγοί ταξί, περιπτερούχοι. Η Ασφάλεια άπλωνε τους μηχανισμούς της σε όλους τους χώρους συλλέγοντας πληροφορίες, ιδιαίτερα εκεί όπου θεωρούσε ότι θα μπορούσε να ανθήσει η κομμουνιστική προπαγάνδα, λ.χ. στα προαύλια και στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων της χώρας.

Οι φάκελοι της Ασφάλειας αποτέλεσαν ένα εξαιρετικά σημαντικό όπλο για την καταπολέμηση του κομμουνισμού, ως ένα επιχειρησιακό εργαλείο συγκέντρωσης πληροφοριών για τον αντίπαλο. Παράλληλα, μέσα από την έκδοση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, συνέβαλαν στην οργάνωση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής των πολιτών, καθορίζοντας επαγγελματικές διεξόδους και παράλληλα προσωπικές διαδρομές. Οι φάκελοι συνέδραμαν και σε μια σειρά από άλλες λειτουργίες, όπως λ.χ. στην τεκμηρίωση των δικαστικών διώξεων εναντίον κατηγορουμένων για την πολιτική τους δράση.


■ Το βιβλίο θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 15 Απριλίου, και ώρα 7.00 μ.μ., στο Αμφιθέατρο «Αλκη Αργυριάδη», Προπύλαια Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημίου 30. Θα μιλήσουν οι Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος Εφορευτικού Συμβουλίου Εθνικής Βιβλιοθήκης· Δήμητρα Λαμπροπούλου, λέκτορας Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ· Στρατής Μπουρνάζος, ιστορικός, διορθωτής· Δημήτρης Πλουμπίδης, ομ. καθηγητής Ψυχιατρικής, ΕΚΠΑ. Θα συντονίσει ο Ηλίας Νικολακόπουλος, ομ. καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, ΕΚΠΑ, πρόεδρος Δ.Σ. ΑΣΚΙ. Την εκδήλωση διοργανώνουν τα ΑΣΚΙ και οι εκδόσεις «Θεμέλιο».