ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κ. Καλαμαράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ηρακλείτειο απόφθεγμα «Παλίντονος αρμονίη» παλιννοστούσε στην Αθήνα, σαν άκουσμα από κούρδισμα οργάνου που ξέφυγε από το σήμερα και σπρώχνοντας τον χρόνο προς το παρελθόν βρέθηκε στις πηγές της αρχαίας γνώσης. Προτού ξεχωρίσει ποίηση και επιστήμη, μύθος και ορθός λόγος, φύση και τέχνημα. Χειρώνακτες, οι επαγγελματίες που θα συναντούσαμε.

Εν αρχή ην η ξυλουργική, αφού από αυτήν την τέχνη άρχεται η κατασκευή μουσικών οργάνων. Ξύλα, πρώτη ύλη από την μνήμη της Ιστορίας, κι όμως «άυλα», αφού πρωτίστως οφείλουν να υπηρετήσουν τους αθέατους και αφηρημένους ήχους της μουσικής.

Η σύνθεση των αντιθέτων ήχων μάς δίνει την παλίντονο αρμονία και αυτό προσπαθούν να επιτύχουν οι τέσσερις συνομιλητές μας. Κυρίως να φτιάξουν ήχους ευάκουστους και ακολούθως μουσικά όργανα.

Τα όργανα τα οποία κατασκευάζουν είναι όλα τους παιδιά τους, γιατί από τη στιγμή που πέφτει η πρώτη χαρακιά στο ασχημάτιστο ξύλο μέχρι την τελευταία πινελιά του λουστραρίσματος διαμορφώνουν μια σχέση τεκτογονίας. Γιατί τα έχουν επάνω τους από τα ροκανίδια ακόμη, έως ότου λαλήσουν μουσικά, το καθένα με τη δική του φωνή. Κανένα δεν μοιάζει με το άλλο, αλλά δεν είναι καθόλου μοναχικά, αφού όλα τους μα όλα τους θ’ ανέβουν στο πάλκο, στη μουσική σκηνή, στην αίθουσα συναυλιών.

Στο εργαστήρι του Μπρα

Η οργανοποιία στην Ελλάδα αρχίζει να γίνεται επάγγελμα περίπου από τα τέλη του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Μεγάλοι Ελληνες κατασκευαστές που ξεχώρισαν εκείνη την περίοδο ήταν ο Δημήτριος Μούρτζινος (1857-1931) και ο Αναστάσιος Σταθόπουλος (1863-1933) -ιδρυτής στην Αμερική της εταιρείας Epiphone και εφευρέτης της ηλεκτρικής κιθάρας-, ενώ αργότερα ακολούθησαν οι αδελφοί Παναγή, Γιώργος (1911-1995) και Βασίλης (1914-1998). 

Τα όργανά τους παραμένουν μοναδικά και αξεπέραστα για την κατασκευή τους και τον ήχο τους. Σιγά σιγά ο κλάδος της οργανοποιίας αναπτύχθηκε και εμπλουτίστηκε από πολλούς αξιόλογους κατασκευαστές μουσικών οργάνων, μια παράδοση που αδιάπτωτα συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Πρώτη μας στάση το εργαστήρι του Νίκου Μπρα, ενός από τους θεωρούμενους μετρ της οργανοποιίας και αφοσιωμένου στην κατασκευή του βιολιού. Το κατάστημα του επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής 52 είναι μισοφωτισμένο και αναδίδει μια μυρωδιά τεχνουργείου, βγαλμένου από πίνακες μεγάλων Ευρωπαίων ζωγράφων.

Τεράστια η γκάμα του: αρχαιοελληνικά όργανα, όλα τα νυκτά -με προβεβλημένα το μπουζούκι και την κιθάρα- και βεβαίως τα έγχορδα με δοξάρι.

Μικρός το δέμας και ευλύγιστος, αφού παλαιότερα είχε παίξει και ως κασκαντέρ της Ρένας Βλαχοπούλου στον κινηματογράφο. Με περιποιημένο γένι κι ένα γλυκό χαμόγελο, ανυπόκριτος, ευθύς, άνθρωπος της καρδιάς. Κορυφαία στιγμή της επαγγελματικής του ζωής η συνεργασία του με τον Λεωνίδα Καβάκο, ο οποίος ως σολίστ είχε στα χέρια του το βιολί του Νίκου Μπρα, όταν έπαιξε με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στο Κάρνεγκι Χολ.

Το 1994 του απονεμήθηκε τιμής ένεκεν το δίπλωμα της Σχολής της Κρεμόνα -για κατασκευή και επιδιόρθωση κλασικών εγχόρδων με δοξάρι- ως διαγωνιζόμενος στον διεθνή διαγωνισμό «Αντόνιο Στραντιβάρι», στον οποίο συμμετείχε ως φιναλίστ με δυο βιολιά του.

Του ζητήσαμε να γυρίσει πίσω, στις πρώτες προσπάθειές του, αλλά και να μας περιγράψει το πώς αντιλαμβάνεται την τέχνη του:

«Ξεκίνησα το 1977. Συνεργάστηκα με τους Ρος Ντέιλι, Αντώνη Ξυλούρη (Ψαραντώνη), Στέλιο Βαμβακάρη. Το 1982 κατασκεύασα το πρώτο μου βιολί. Από τότε ξεκίνησα μια έρευνα πάνω στα κλασικά μουσικά όργανα, ακολουθώντας και μελετώντας τα βήματα τριών από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές βιολιών του 17ου αιώνα : Nicolaus Amati, Antonius Stradivarius και Giuseppe Guarnerius (delGesu). Για περισσότερο από μια δεκαετία μελέτησα προσεκτικά και τους τρεις αυτούς κορυφαίους κατασκευαστές, προσπαθώντας να ανακαλύψω τα μυστικά τους.

Εντοπίζοντας σημαντικά σημεία και λεπτομέρειες που αφορούν την ένταση, την ομοιογένεια και την ποιότητα του ήχου, παράλληλα κατέληξα σε μια φόρμουλα οικολογικού βερνικιού αποτελούμενου από φυσικές ρυτίνες και πετρώματα το οποίο συνέβαλε θετικά ως αποτέλεσμα να κατασκευάσω σολιστικά βιολιά υψηλού επιπέδου. Μέσα από την πολυετή ερευνά μου άρχισα να σχεδιάζω και να κατασκευάζω μοντέλα βιολιών, προσπαθώντας να είναι όχι απλώς ακριβή αντίγραφα μόνο στην όψη, αλλά και στον ήχο. Κάνοντας λοιπόν ενδελεχείς έρευνες αφοσιώθηκα σε δύο μοντέλα του Guiseppe Guarnerius το “Joachim’’και το “ILCannone’’ και σε συνεργασία με τον Σταύρο Ταγκλή, ιδιοκτήτη του ”Ταρ”, σ’ έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο χρησιμοποιήσαμε μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας που αφορούν την καταμέτρηση και την καταγραφή του ήχου για να μπορέσουμε να συγκρίνουμε τους ήχους, τις κυματομορφές και τις αρμονικές των βιολιών μου με ένα αυθεντικό Guarnerius. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν εντυπωσιακό γιατί κατάφερα να προσεγγίσω σε μεγάλο βαθμό τον αυθεντικό ήχο».

«Το όργανο να έχει τη δική του φωνή»

Τον λόγο παίρνουν οι συνεχιστές του έργου του, ο γιος του Ηρακλής Μπρας και ο γαμπρός του Σωκράτης Μεταξάς:

«Η ιδέα τού να δημιουργήσεις από ένα κομμάτι ξύλο ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο που να έχει τη δική του φωνή, ήταν που μας παρακίνησε στο να σταθούμε δίπλα στον Νίκο Μπρα και να μας μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του πάνω στην οργανοποιία. Μαθητεύσαμε για πολλά χρόνια υπό τις οδηγίες του και φτάσαμε σ’ ένα σημείο ώστε να κατασκευάζουμε αξιόλογα μουσικά όργανα. Σήμερα κατασκευάζουμε και επισκευάζουμε ένα μεγάλο φάσμα μουσικών οργάνων από παραδοσιακά μέχρι κλασικά. Επίσης στο εργαστήριό μας συνεχίζουμε την έρευνα και κατασκευή των αρχαίων ελληνικών μουσικών οργάνων, η οποία είναι μια κληρονομιά που μας άφησε ο Νίκος Μπρας.

Εξαιτίας αυτής της μεγάλης γκάμας μουσικών οργάνων που κατασκευάζουμε προσελκύουμε το ενδιαφέρον από ερασιτέχνες που ενδιαφέρονται να μάθουν να παίζουν ένα μουσικό όργανο μέχρι επαγγελματίες μουσικούς και συγκροτήματα καθώς και πολιτιστικούς οργανισμούς. Με όργανά μας παίζουν μεγάλοι σολίστες του μουσικού στερεώματος όπως ο Οδυσσέας Κορέλης, ο παγκοσμίου φήμης συνθέτης και στιχουργός Sting, το συγκρότημα Δαιμονία νύμφη, η Αλίκη Μαρκαντωνάτου, ιατροί και θεραπευτές με σκοπό τη θεραπεία της ψυχής μέσω της μουσικής, καθώς και μουσεία των οποίων τις αίθουσες κοσμούν. Επίσης συνεργαζόμαστε με διεθνείς πολιτιστικούς συλλόγους, όπως ο ”Meet culture” για την ανάδειξη της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς».

Δεν μπορούσαμε να μην τους ρωτήσουμε ποια είδη ξυλείας χρησιμοποιούν για το βιολί, τη βιόλα και το τσέλο: «Για την αρμονική τράπεζα (το επάνω μέρος του βιολιού) επιλέγουμε την ερυθρά και τη λευκή ελάτη. Για την πλάτη, τα πλαϊνά και το μπράτσο του βιολιού χρησιμοποιούμε σφενδάμι (κελεμπέκι), κυρίως ευρωπαϊκό».

Η ψυχή όμως του βιολιού βρίσκεται αλλού: «Η διαλογή καλής ποιότητας ξυλείας δεν είναι ο μοναδικός κανόνας για να έχουμε μια ποιοτική-εξαιρετική φωνή σε ένα μουσικό όργανο. Μια ποιοτική ακουστική υψηλού επιπέδου, με ομοιογένεια και καθαρότητα, οφείλεται κυρίως στην εμπειρία που έχει ο κατασκευαστής δουλεύοντας, μετρώντας αλλά και κουρδίζοντας το κάθε ξύλο ώστε να υπακούει σε συγκεκριμένες συχνότητες, π.χ. η πλάτη του βιολιού και το καπάκι (αρμονική τράπεζα) έχουν διαφορετικές συχνότητες μεταξύ τους, το δέσιμό τους όμως είναι αυτό που φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα το οποίο θέλει ο κατασκευαστής. Βγαίνει ένα σωστό τελικό αποτέλεσμα, πρίμο, μεσαίο ή μπάσο. Το κύριο χαρακτηριστικό ενός κατασκευαστή κατά τη γνώμη μας είναι να μπορεί να παράγει ένα μουσικό όργανο με σταθερό χαρακτήρα ηχοχρώματος, γιατί αυτό είναι κάτι που τον κάνει διαχρονικά αναγνωρίσιμο».


Στα εργαστήρια των οργανοποιών

«Ο ήχος είναι συναίσθημα»

Σε μια πολύχρωμη γειτονιά με πολλά έθνικ εστιατόρια, πολύ κοντά στην πλατεία Βάθη, βρίσκεται το εργαστήρι του Γιώργου Καρανδρέα, επί της οδού Αλκιβιάδου 7α. Μαθήτεψε δίπλα στον πατέρα του Διονύση -που δεν βρίσκεται πλέον στην ζωή-, όταν ήταν ακόμη μαθητής.

«Ο ήχος δεν περιγράφεται -μας λέει- γιατί είναι συναίσθημα. Γι’ αυτό προτιμώ να συζητώ με τον πελάτη για πώς αυτός θέλει το όργανο. Δεν σας κρύβω ότι έχω διαπιστώσει πως ο ερασιτέχνης είναι μερακλής, ενώ ο επαγγελματίας είναι συνήθως ψυχρός. Στους ερασιτέχνες, οι οποίοι είναι ηλικίας 20 έως 50 ετών, συγκαταλέγονται γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί. Γνωστά ονόματα με τα οποία συνεργάζομαι είναι οι μπουζουξήδες Μανώλης Καραντίνης και Νίκος Τατασόπουλος. Η τέχνη μου δεν με κουράζει, γιατί είναι απόλαυση. Οι τέχνες οι οποίες έχουν τον δημιουργό μέσα τους δεν σε καταβάλλουν. Αν δεις το όργανο σαν έπιπλο, δεν είναι δύσκολη δουλειά, το στοίχημα είναι να πετύχεις τον ήχο εκεί που τον θέλει ο άλλος» είναι το σχόλιό του, ενώ ήδη έχουμε καταλάβει ότι δεν θέλει να μιλάει με λόγια, αλλά με την τέχνη της οργανοποιίας».

«”Κλέβουμε” από τους παλαιότερους»

«Luthier Art» -επί της οδού Διδότου 55- είναι η επωνυμία της ατομικής επιχείρησης του Δημήτρη Βασιλείου, ο οποίος εργάστηκε ως επιπλοποιός, σπούδασε στη Γυμναστική Ακαδημία και δεν άργησε να καταλάβει ότι η κλίση του είναι η οργανοποιία, εξ ου και τη μελέτησε στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στο ΤΕΙ Ηπείρου.

«Πρέπει να έχουμε την αίσθηση ότι αυτό μας αρέσει ως τέχνη. Ενας οργανοποιός είναι καλό να γνωρίζει τη μουσική, τουλάχιστον για να μπορεί να χρησιμοποιεί τα όργανα που κατασκευάζει. Οφείλει να κατέχει ακόμη τη χρήση των εργαλείων και τον τρόπο διαχείρισης των υλικών. Η παράδοση της δουλειάς μας πάει πάνω από εκατό χρόνια πίσω στον χρόνο, έτσι κι εμείς ως νεότεροι ”κλέβουμε” τεχνικές από τους παλαιούς μάστορες».

Αυτές είναι μέσες άκρες οι αρχές οι οποίες πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν οργανοποιό της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Μας πώς δουλεύει; «Πώς να το περιγράψω, το χτίζεις εσωτερικά, γιατί από εκεί βγαίνει ο ήχος». Μάλλον εννοεί ότι σχεδόν το χαϊδεύεις. «Με κάθε όργανο δεν παύεις να πειραματίζεσαι, αναδεικνύοντας τα βασικά στοιχεία του στίχου: πρίμα, μπάσα, μεσαίες συχνότητες. Στις τελευταίες πρέπει να βρεις την ισορροπία, γιατί από εκεί βγαίνουν οι καλύτερες αρμονικές. Και βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε όργανο είναι σχεδιασμένο ανάλογα με τον σωματότυπο του παραγγελιοδότη».

Του ζητάμε να κατηγοροποιήσει τα όργανα που κατασκευάζει, τα οποία ονομάζονται νυκτά και παίζονται με φτερό ή πένα. Το δέχεται και έχει την υπομονή να τα απαριθμήσει:

? Μπουζούκι: τρίχορδο ή τετράχορδο.

? Κιθάρα: λαϊκή, ακουστική, αμερικανική, κλασική, παρλόρ (μικρή), γιουκαλίλι (χαβανέζικη).

? Υβρίδια μπουζουκιού: μπαγλαμάς, τζουράς, μεσομπούζουκο, γόνατο, προπολεμικό μπουζούκι (πειραιώτικο).

? Υβρίδια κιθάρας: κιθαρομπούζουκο (μεσοπολεμικό), βιολομπούζουκο (παραλλαγή μπουζουκιού λόγω της λογοκρισίας του Μεταξά).

? Μαντολίνο (σκαφάτο ή ναπολιτάνικο, πλακέ [κρητικό]), λαούτο, ταστ, ούτι, σάζι, ταμπουράς. μπουλγαρί.

«Η οργανοποιία είναι σαν το αλκοόλ»

Εννενήντα χρόνια, από το 1929, επί της Ζωοδόχου Πηγής, τα τελευταία χρόνια στον αριθμό 31. Ο Μάνθος Ακύλας παρέλαβε την επιχείρηση «Extra Lauto» -υλικά οργανοποιίας και χορδές- από τον συγγενή του Δημήτρη Στεφανίδη, βαφτιστικό του ιδρυτή, του Κωνσταντινουπολίτη Δημήτρη Γαϊτάνου, αδελφού του Στέφανου Γαϊτάνου των ομώνυμων μουσικών εκδόσεων.

«Η πρώτη ελληνική χορδή» διαφημιζόταν και εισέτι διαφημίζεται, γιατί είχε την αποκλειστικότητα κατασκευής χορδών σχεδόν μισό αιώνα: από το πάλαι ποτέ υπόγειο της συγκεκριμένης επωνυμίας έχει περάσει σύμπασα η ελληνική δισκογραφία, με τον Γιώργο Ζαμπέτα να είναι ένας από τους φανατικούς πελάτες της.

Τώρα θα αναρωτηθείτε τι σημαίνει ο λογότυπος «Extra Lauto»: «Θέλω τις έξτρα χορδές για το λαούτο» -ζητούσαν- γιατί αυτές είχαν ένα κόκκινο μεταξένιο νήμα πάνω από τη θηλιά της χορδής λόγω του μήκους του οργάνου.

«Διαθέτουμε όλα τα μέσα που χρειάζεται ένα όργανο απλό ή ένα ιδιαίτερα διακοσμημένο. Ο κάθε οργανοποιός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τα υλικά, οργανικά, φυσικά ή βιομηχανοποιημένα. Τα οργανικά είναι κατασκευασμένα από όστρακο ή κέρατο, τα φυσικά είναι ξυλεία, ελληνική ή τροπική» μας περιγράφει τα υλικά του.

Πελάτης είναι και ο ερασιτέχνης και ο επαγγελματίας μουσικός, αλλά και πολλοί εκκολαπτόμενοι οργανοποιοί.

Τι είναι η οργανοποιία; «Είναι σαν το αλκοόλ, κολλάς, κολλάει πάνω σου, είναι η προέκταση του σώματος και της ψυχής σου, είναι η ψυχοθεραπεία σου».

Ας περιγράψουμε τα μέρη των ελληνικών παραδοσιακών οργάνων -μπουζούκι, κιθάρα, λαούτο, τζουράς, μπαγλαμάς, μαντολίνο- και τι το καθένα επιτελεί:

? Σκάφος (έβενος, παλίσανδρος, καρυδιά, μουριά, σφενδάμη): αφού χτυπήσει η νότα, ταλαντώνεται το καπάκι και αρχίζει να δημιουργεί ηχητικούς κύκλους. Τα ξύλα και η κατασκευή καθορίζουν πόσο πρίμος και πόσο μπάσος είναι ο ήχος.

? Καπάκι: (κυρίως έλατο, κέδρος): ταλαντώνεται σύμφωνα με τη διάταξη των καμαριών (εσωτερική εργασία στο καπάκι) και μας δίνει την ένταση και τη διάρκεια του ήχου.

? Ταστιέρα (κυρίως έβενος στα μπουζούκια): σταθερό ξύλο χωρίς τις μεταβολές των καιρικών συνθηκών.

? Κλειδιά: (μπρούντζος ή ορείχαλκος): η ποιότητα του υλικού των κλειδιών και της κατασκευής τους μας εξασφαλίζει καλύτερο κούρδισμα.

? Χορδές, σύρματα ή τέλια, μπάσες ή μπουργάνες (κυρίως ατσάλι): δίνουν τον παλμό του ήχου.