Τη δική της αποτίμηση για το ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία έκανε η Νέα Δημοκρατία, η οποία μέσω ανεπίσημης ενημέρωσης, έκανε λόγο για «κακά προετοιμασμένη επίσκεψη», προσθέτοντας ότι «τα αποτελέσματά της εγείρουν μια σειρά σοβαρών ανησυχιών και ερωτημάτων».
Η Ν.Δ. θεωρεί ότι «σκοπός του κ. Τσίπρα ήταν να διασφαλίσει με υψηλό αντιστάθμισμα από ελληνικής πλευράς μια κάποια ασαφή περίοδο εκτόνωσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενόψει του γεγονότος ότι η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει σε προεκλογική τροχιά», καθώς και ότι η επίσκεψη «ωφέλησε επικοινωνιακά τον πρόεδρο Ερντογάν, δεδομένου ότι οι δημοτικές εκλογές στην Τουρκία θα πραγματοποιηθούν στα τέλη Μαρτίου».
Δηλώνει ακόμα ότι πιστεύει στη χρησιμότητα του ελληνοτουρκικού διαλόγου, αναφέροντας ωστόσο ότι «αυτός ο διάλογος πρέπει να είναι ουσιαστικός και παραγωγικός και προφανώς χωρίς εκπτώσεις στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα», προσθέτοντας ότι «αυτό προϋποθέτει άριστη προετοιμασία», καθώς και τη μη διεξαγωγή του «σε μια περίοδο έντασης την οποία προκαλεί η Τουρκία, όπως συμβαίνει όλο το τελευταίο διάστημα».
Σε αυτό το πλαίσιο η αξιωματική αντιπολίτευση λέει τα εξής:
α) Υπήρξε μπαράζ παραβιάσεων του εθνικού εναερίου χώρου της Ελλάδας την αμέσως προηγούμενη ημέρα της επίσκεψης.
β) Ο εκπρόσωπος της τουρκικής Προεδρίας είπε ότι θα συζητηθούν θέματα «τουρκικής μειονότητας στη Θράκη», το οποίο συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης, και «Νησιών», δηλαδή θέμα γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, που συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας.
γ) Η Αγκυρα επικήρυξε τους οκτώ στρατιωτικούς, την ώρα που ο κ. Τσίπρας έμπαινε στο αεροπλάνο.
δ) η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX που δεσμεύει περιοχή εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας νοτιοδυτικά του Καστελόριζου για άσκηση με χρήση πυρών, στο πλαίσιο της άσκησης «Γαλάζια Πατρίδα».
Αναφέροντας αυτά, η Ν.Δ. υποστηρίζει ότι δηλώνουν πως «υπήρξε κακή προετοιμασία της επίσκεψης» και ότι «δόθηκε στην Τουρκία η δυνατότητα να καθορίσει εκείνη το πλαίσιό της». Κάνει ακόμα λόγο για «σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για το τι συζήτησε ή και συμφώνησε ο κ. Τσίπρας».
Σε αυτό το πλαίσιο, ρωτά «ποια ακριβώς είναι τα νέα μέτρα [οικοδόμησης εμπιστοσύνης] που έρχονται να προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα και σε τι αφορούν;». Ρωτά ακόμα πώς μπορεί να υπάρξει πεδίο συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά θέματα «όταν είναι η ίδια η Τουρκία που έχει αυτοαποκλειστεί από τις ενεργειακές εξελίξεις και εφαρμόζει πολιτική διαρκούς έντασης;».
Λέει επίσης, αναφορικά με τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ενωσης Ε.Ε.-Τουρκίας, ότι «πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο να ενταχθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα, δηλαδή να υπάρχουν στοιχεία νέας “αιρεσιμότητας” (conditionality)».
Προσθέτει ότι «προκαλεί προβληματισμό η πρόθεση συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας, που αφορά και σε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών» και καταλήγει λέγοντας ότι «το ζήτημα της Χάλκης δεν πρέπει να τίθεται ως διμερές ζήτημα ελληνοτουρκικών σχέσεων, πόσο μάλλον αυτό να γίνεται σε βάση αμοιβαιότητας σχετιζόμενο με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη».
