Ο Νικόλα Τζινγκαρέτι εξελέγη αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος με σχεδόν το 70% των προτιμήσεων και ξεπέρασε το ενάμισι εκατομμύριο μέλη και φίλους της Κεντροαριστεράς.
Οι προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν και οι εξελίξεις ήταν πιο θετικές και από τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες. Ο Μαουρίτσιο Μαρτίνα, πρώην υπουργός Γεωργίας, έλαβε ποσοστό 20% και ο κεντρώος Ρομπέρτο Τζακέτι δεν ξεπέρασε το 10%.
Οι Δημοκρατικοί, ουσιαστικά, θέλουν να ξαναβρούν την ψυχή τους και να μπορέσουν να σταματήσουν την «αιμορραγία ψήφων» προς τα Πέντε Αστέρια, η οποία συρρίκνωσε το ποσοστό του κόμματος στο 18% των περσινών βουλευτικών εκλογών.
Στις πρώτες δηλώσεις του μετά τη θριαμβευτική επικράτησή του, ο περιφερειάρχης της ευρύτερης περιοχής της Ρώμης τόνισε ότι θέλει να οικοδομήσει μια ξεκάθαρη εναλλακτική σε αυτή την κυβέρνηση και ότι δεν πρόκειται να προσφέρει σανίδα σωτηρίας στα Πέντε Αστέρια σε περίπτωση που ξεσπάσει κυβερνητική κρίση.
Παράλληλα, ο Τζινγκαρέτι υπογράμμισε ότι τάσσεται υπέρ των μεγάλων δημόσιων έργων, όπως η ταχεία σιδηροδρομική σύνδεση Ιταλίας-Γαλλίας την οποία αποφάσισε να μπλοκάρει έως τώρα η κυβερνητική συμμαχία της Λέγκας με τα Πέντε Αστέρια.
Δικαιώματα και συνδικάτα
Ο Ματέο Ρέντσι δήλωσε και πάλι ότι θα βοηθήσει τον νέο γραμματέα. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως όσοι διαμόρφωσαν το χθεσινό αποτέλεσμα αναμένουν και μια εμφανέστατη αλλαγή γραμμής. Πρώτα απ’ όλα, στο θέμα των εργασιακών δικαιωμάτων, στην ελαστικοποίηση των οποίων είχε συμβάλει «με ενθουσιασμό» η κυβέρνηση Ρέντσι.
Παράλληλα, ο Νικόλα Τζινγκαρέτι θα εργαστεί υπέρ στενότερων σχέσεων με το κεντροαριστερό συνδικάτο Cgil, επικεφαλής του οποίου εξελέγη πρόσφατα ο μαχητικός Μαουρίτσιο Λαντίνι.
Το μεγάλο θέμα, βέβαια, παραμένει εκείνο των συμμαχιών. Μπορεί να ξεκινήσει νέος διάλογος με μέρος των ριζοσπαστών, οι οποίοι, όμως, στην οικονομία υιοθετούν πάντα φιλελεύθερες θέσεις.
Το κύριο ερώτημα αφορά το τι θα συμβεί με όλα τα πρώην στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος που έφυγαν λόγω βασικών διαφωνιών με τον Ματέο Ρέντσι. Με τον Πιερλουίτζι Μπερσάνι δηλαδή, τον Μάσιμο ντ’ Αλέμα, τον Ρομπέρτο Σπεράντσα και τόσους άλλους.
Η νέα ηγεσία θα καταφέρει άραγε να πετύχει την επιστροφή τους εντός των κομματικών συνόρων χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την εσωτερική ενότητα;
Διότι στη φάση αυτή ο Ρέντσι μπορεί να λέει ότι δεν θέλει κανένα αξίωμα και ότι στόχος του είναι να δώσει απλά ένα χέρι βοήθειας, αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζει να νιώθει ότι το κόμμα τού γύρισε την πλάτη και ότι δεν κατανόησε το μέγεθος της μεταρρυθμιστικής ικανότητάς του. Δύσκολα, λοιπόν, θα δεχθεί την τοποθέτηση των αντιπάλων του σε θέσεις-κλειδιά. Οσο για τις ευρωεκλογές του Μαΐου, η ιταλική Κεντροαριστερά θα υπογραμμίσει τη σημασία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, έστω και αν παραδεχθεί βέβαια ότι πρέπει ακόμη να γίνουν πολλές ουσιαστικές κινήσεις για να μπορέσουν να έρθουν τα μέγαρα των Βρυξελλών πιο κοντά στις βασικές ανάγκες των πολιτών. Το φιλοευρωπαϊκό αυτό προφίλ ενισχύεται και από την επικείμενη τοποθέτηση του πρώην πρωθυπουργού Πάολο Τζεντιλόνι στην προεδρία του κόμματος.
Ο Τζινγκαρέτι, βέβαια, ξέρει καλά ότι ο δρόμος μπορεί να είναι ακόμη ανηφορικός, διότι δεν είναι τόσο εύκολο να μετατραπεί ξανά το κόμμα αυτό σε πραγματική λαϊκή πολιτική δύναμη. Τα αποτελέσματα των περσινών βουλευτικών εκλογών, με θρίαμβο στο «Κολωνάκι της Ρώμης» και πανωλεθρία στις υποβαθμισμένες περιοχές της Αιώνιας Πόλης, δείχνουν ότι χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά.
