Η συνάντηση του ελληνικού και του γαλλικού πολιτισμού, η σπουδή πάνω στην πρωτοπορία της επιστήμης, οι αλλαγές και οι μεταβάσεις, οι αντιθέσεις και οι συνθέσεις, ο παλμός μιας αρχιτεκτονικής που γνωρίζει το παρελθόν και προσπαθεί να ανιχνεύσει το μέλλον από τον 19ο αιώνα στον 20ό αιώνα, ο κόσμος του αρχιτέκτονα Βασίλειου Κουρεμένου αναδεικνύεται μέσα από την έκθεση «Αρμονικές Χαράξεις. Ο αρχιτέκτων Βασίλειος Κουρεμένος στο Παρίσι», που λειτουργεί στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων.
Πίσω από την έκθεση, βρίσκεται ένα μοναδικό αρχείο που κληροδότησε ο ίδιος ο Κουρεμένος στον Δήμο Ιωαννιτών το 1952. Γεννημένος το 1875 στους Βουλιαράτες της Β. Ηπείρου, το διάστημα 1887-1889 έζησε στα Ιωάννινα, ενώ κατά το 1893-1904 φοίτησε στη σπουδαία École Nationale Superieure des Beaux-Arts του Παρισιού και πήρε το πτυχίο του αρχιτέκτονα.
Από το 1916 αρχίζει να εργάζεται κατά διαστήματα στην Αθήνα, μετά στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη κ.α., εκλέγεται καθηγητής κτιριολογίας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και το 1926 αναγορεύεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πεθαίνει το 1957 έχοντας λάβει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής της Γαλλίας και του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελλάδας.
Μία από τις πολυκατοικίες που έφτιαξε στη Δ. Αρεοπαγίτου ήρθε στην επικαιρότητα κατά τη διάρκεια κατασκευής του νέου Μουσείου της Ακρόπολης (ολοκληρωμένη προσέγγιση, στο θέμα των «Νησίδων» της «Εφ.Συν.», στις 12.1.19 από τη Χαρά Τζαναβάρα) και έγινε αφορμή να ξανασυζητηθεί δημόσια το έργο του.
Οι «Αρμονικές Χαράξεις», που είναι το θέμα της έκθεσης, εισήχθησαν από τον αρχιτέκτονα Gustave Umbdenstock (1866-1940) και αποτελούσαν σχέδια σε χαρτί με μελέτες της διαρκούς ρυθμικής σταθερότητας των βασικών σχημάτων, ώστε να γίνει κατανοητό το υπόβαθρο της αισθητικής κλασικών έργων, όπως η ζωφόρος του Παρθενώνα.
Δεκατρία σχέδια που παρουσιάζονται στην έκθεση έρχονται από το αρχείο Κουρεμένου και συνομιλούν με άλλα τεκμήρια της εργασίας του.
Πρωτογενές υλικό

Η δρ Τζούλη Παπασταύρου, αρχιτέκτων ΕΜΠ, έχει μελετήσει το έργο του Κουρεμένου και εργάστηκε για την έκθεση. Μιλώντας στην «Εφ.Συν.» αναδεικνύει τη σημασία του αρχείου:
«Το αρχείο Κουρεμένου το κληροδότησε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας στο Δημοτικό Μουσείο των Ιωαννίνων (Τζαμί Ασλάν Πασά). Πρόκειται για έναν εξαιρετικά μεγάλο όγκο πρωτογενούς υλικού, το οποίο αποτελείται από περισσότερα από 180 τεκμήρια. Το υλικό περιλαμβάνει πρωτότυπα σχέδια, έντυπα, γύψινα γλυπτά και προπλάσματα γλυπτικών συνθέσεων, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες και τμήμα της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Δεδομένης της φύσης των τεκμηρίων, της εξαιρετικής παλαιότητας και της σχέσης τους με συγκεκριμένο πρόσωπο που διέπρεψε στον επαγγελματικό του βίο, η αξία του αρχείου δύναται να χαρακτηριστεί ιστορική.
»Το αρχειακό υλικό καλύπτει την περίοδο από το 1892 έως το 1957. Μέρος των σχεδίων παρήχθησαν κατά τη φοίτηση του Κουρεμένου στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά αρχιτεκτονικά αρχεία σε δημόσιους φορείς. Ελάχιστα είναι όμως αυτά που περιλαμβάνουν φοιτητικά σχέδια. Ενα από αυτά είναι και το αρχείο Κουρεμένου, ίσως το μοναδικό στην Ελλάδα που περιλαμβάνει τόσα φοιτητικά σχέδια από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Παρισιού. Υπό το πρίσμα αυτό, η ιστορική αξία του αρχείου κρίθηκε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς φωτίζει την ιδεολογία μιας εποχής και μιας χώρας σε ό,τι αφορά την αρχιτεκτονική εκπαίδευση. Η αξία του υλικού ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται έλλειψη συγκέντρωσης, έκθεσης και δημοσιοποίησης τεκμηρίων που αφορούν το εκπαιδευτικό έργο της γαλλικής Σχολής Καλών Τεχνών».
Και προσθέτει: «Το μεγάλο χρονικό εύρος που καλύπτει το υλικό του αρχείου, η αισθητική ποιότητα των σχεδίων, η φυσική τους κατάσταση, η οποία βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, η σπανιότητα της φύσης των θεμάτων και η συνοχή τους καθιστούν το αρχείο αξιόλογη πηγή πληροφοριών. Οι πληροφορίες αφορούν αφενός το αχαρτογράφητο πεδίο της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού, σε ό,τι αφορά τα ελληνικά δεδομένα, και αφετέρου τη διαδικασία μετάβασης από τον εκκολαπτόμενο ουτοπιστή αρχιτέκτονα στον επαγγελματία και στον δάσκαλο».
Η έκθεση λειτουργεί ώς τις 10 Φεβρουαρίου, στέλνοντας παράλληλα το μήνυμα ότι η περιφέρεια μπορεί να αποτελέσει και έναν πρωτότυπο και αξιόλογο προορισμό ερευνητών, επιστημόνων και φιλότεχνων.
