Στα 730 εκατ. ευρώ ανήλθαν τα συγκρίσιμα κέρδη ΕΒΙΤDA του ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια, διαμορφώνοντας τον μέσο όρο της τετραετίας 2015-2018 στα 763 εκατ. ευρώ έναντι 350 εκατ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.
Τα συγκρίσιμα καθαρά κέρδη διατηρήθηκαν, επίσης, στο υψηλότερο επίπεδο των 269 εκατ. ευρώ διαμορφώνοντας αντίστοιχα τον μέσο όρο των τελευταίων τεσσάρων χρόνων στα 300 εκατ. ευρώ, έναντι 63 εκατ. ευρώ της προηγούμενης τετραετίας.
Ειδικότερα, για το 2018, τα συγκρίσιμα κέρδη ΕBITDA ανήλθαν σε 730 εκατ. ευρώ (-12%) και τα συγκρίσιμα καθαρά κέρδη στα 269 εκατ. ευρώ (-20%).
Σχολιάζοντας τα οικονομικά αποτελέσματα του 2018, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των ΕΛ.ΠΕ., Στάθης Τσοτσορός, υπογράμμισε ότι: «Η ισχυρή κερδοφορία του Ομίλου ΕΛ.ΠΕ. διατηρήθηκε και το 2018 παρά τους αρνητικούς εξωγενείς παράγοντες, όπως η υποχώρηση ενδεικτικών περιθωρίων, η ισχυροποίηση του ευρώ έναντι του 2017, η σημαντική πτώση των διεθνών τιμών αργού το δ τρίμηνο και η συνακόλουθη μείωση αξίας αποθεμάτων, αλλά και οι αυξημένες τιμές ρύπων CO2».
Συνολικά, σε μια από τις καλύτερες χρονιές ιστορικά από πλευράς επιδόσεων διυλιστηρίων, με υψηλή διαθεσιμότητα των μονάδων καθώς και αυξημένη υπεραπόδοση, ο όμιλος το 2018 κατέγραψε ιστορικά υψηλά σε παραγωγή με 15,5 εκατ. τόνους (+3%), καθώς και αυξημένες πωλήσεις με 16,5 εκατ. τόνους (+4%).
Επιπλέον, οι εξαγωγές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο στα επίπεδα-ρεκόρ των 9,4 εκατ. τόνων, αναδεικνύοντας τον όμιλο έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς στην Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά τα δημοσιευμένα αποτελέσματα, σύμφωνα με ΔΠΧΠ, τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 215 εκατ. ευρώ (-44%), καθώς έχουν επηρεαστεί αρνητικά, εκτός από την αποτίμηση των αποθεμάτων στο δ’ τρίμηνο, με σειρά από έκτακτες μη λειτουργικές προβλέψεις.
Οι σημαντικότερες που επηρέασαν τα αποτελέσματα αφορούν τη λογιστική απομείωση της αξίας του ΔΕΣΦΑ, την πρόβλεψη για τις αυξημένες τιμές CO2, καθώς και άλλες προβλέψεις για μη λειτουργικά στοιχεία.
Το 2018, συνεχίστηκαν η περαιτέρω εξυγίανση της χρηματοοικονομικής δομής και η βελτίωση του ισολογισμού του ομίλου καθώς οι συνολικές υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 1.635 εκατ. ευρώ ή κατά 26% έναντι του 2015. Ο καθαρός δανεισμός διαμορφώθηκε στα 1.500 εκατ. ευρώ, ενώ ο συντελεστής μόχλευσης στο 38%, που αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 9 ετών.
Σημαντική ήταν και η περαιτέρω μείωση του χρηματοοικονομικού κόστους που περιορίστηκε στα 146 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας συνολική μείωση κατά 32% έναντι του 2014. Επίσης, η αύξηση των λειτουργικών ταμειακών ροών στα 570 εκατ. ευρώ, σε συνδυασμό με τα έσοδα από την πώληση του ΔΕΣΦΑ διαμόρφωσαν ένα ιδιαίτερα θετικό κλίμα για τον όμιλο στη χρηματοοικονομική αγορά.
Σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητες της επόμενης περιόδου, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Ανδρέας Σιάμισιης, αναφέρθηκε στην ανάπτυξη και διείσδυση σε νέους τομείς των ΑΠΕ, στην αξιοποίηση με προσεκτικά βήματα των δυνατοτήτων στον κλάδο έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων στον ελλαδικό χώρο ακολουθώντας τις βέλτιστες διεθνώς περιβαλλοντικές προδιαγραφές.
Ο όμιλος εξάλλου υλοποιεί τις αναγκαίες προσαρμογές εν όψει των αλλαγών στις προδιαγραφές των ναυτιλιακών καυσίμων από το 2020.Α. Σπηλιώτη
