Ομίχλη και κρύο. Κυριακή πρωί, ό,τι έχει βαρέσει η καμπάνα. Λαύκος, Νότιο Πήλιο. Μες στο σπίτι το προηγούμενο βράδυ η θερμοκρασία ήταν 8 βαθμοί. Την ανέβασα στους 14, έκανα ένα μπάνιο και βγήκα. Καφές (δεύτερος) στου Μανώλη. Καφενείο παμπάλαιο, από παλιό χάνι, κοντά 150 χρόνων, ίσως το παλαιότερο που λειτουργεί στη χώρα. Ξυλόσομπα και κουβεντούλα. Πολιτική, αλλά και ντόπια νέα. Ενημέρωση. Ανακεφαλαίωση πέντε μηνών, ζωής και θανάτων. Πολλά μπορεί να συμβούν σε πέντε μήνες!
Πεθύμησα θάλασσα. Να δω Παγασητικό από κοντά, μιας και από μακριά, τον σκέπαζε η ομίχλη. Δεν είχα πάρει πρωινό, αλλά σκέφτηκα ότι όλο και κάτι θα βρω στην (παραλιακή) Μηλίνα. Στη δεύτερη στροφή, αφήνοντας τον Λαύκο, μια κουμαριά, με πεντέξι κούμαρα, κόκκινα και μαλακά στην αφή. Αρα γινωμένα, όπως θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια, που τα πουλούσαν πλανόδιοι μικροπωλητές σε χωνάκια από εφημερίδα. Θυμήθηκα και τη φράση: Στην Πεντέλη για κούμαρα, που ήταν και λίγο κοροϊδευτική. Ο Σεφέρης λοιδορεί τους άτεχνους ποιητές ότι «Πάνε στην Εκάλη για κούμαρα και στη Γλυφάδα για ροφούς»!
Μου έκανε εντύπωση, γιατί θυμόμουν (και σωστά, όπως το… γκουγκλάρισα) ότι ωριμάζουν περί τον Οκτώβριο και, ακόμα, ότι δεν πρέπει να τρως πολλά. Τα δικά μου πάντως ήταν μια χαρά, νοστιμότατα, και περιορίστηκα μόνο σε τρία. Συν ένα πορτοκάλι που έκλεψα από προκλητική πορτοκαλιά που άπλωνε τα χεράκια της πάνω από το συρματόπλεγμα, στον δρόμο, έκανα ένα πρωινό μούρλια, αναμνηστικό και πρωτότυπο, περπατώντας και σε περιβάλλον προ-ανοιξιάτικο, με ανθισμένες ανεμώνες και ένα –ένα μόνο!– κλαδάκι σπάρτου.
Στη Μηλίνα είχε πια ανοίξει λιακάδα. Περπάτησα στον μόλο, ώς τη θάλασσα. Ηρεμη, ολοκάθαρη κι είχε βάλει το καλό της κυριακάτικο σμαραγδί φουστάνι.
