Η ρήση του Τζανφράνκο Σανγκουινέτι (Περί Τρομοκρατίας και Κράτους), το σημαδιακό έτος 1979, για τα «Μολυβένια Χρόνια» της Ιταλίας, που εύστοχα διατύπωνε πως «η τρομοκρατία αποτελεί το τελευταίο αίνιγμα της κοινωνίας του θεάματος», ακούγεται εντελώς προφητικό, μετά την ομοβροντία από διαμαρτυρίες που ξεσήκωσε απ’ όλες τις πλευρές (νομικές, κοινωνικές, αλλά και από το Βατικανό) η δημοσίευση του εξευτελιστικού βίντεο που δημοσίευσε η πτέρυγα του Ματέο Σαλβίνι στην ιταλική κυβέρνηση, θριαμβολογώντας για τη σύλληψη του επί 40 χρόνια φυγόδικου light τρομοκράτη Τσέζαρε Μπατίστι.
Οι τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, κατά την άφιξή του, εν μέσω δεκάδων τηλεοπτικών συνεργείων, αλλά κυρίως οι μνησίκακοι και εκδικητικοί βερμπαλισμοί για το τέρας Μπατίστι, που θα «σαπίσει» στις φυλακές (που εν μέρει θυμίζουν και τους αλαλαγμούς για την άδεια του Δ. Κουφοντίνα, ή άλλες παρόμοιες περιστάσεις στη χώρα μας) επιβεβαιώνουν τη συναισθηματική και ψυχική χειραγώγηση του κόσμου από τον ασύμμετρο κι ανακόλουθο Σαλβίνι, ο οποίος ναι μεν διατρανώνει πως θα βάλει στα κάτεργα όλους τους φυγόδικους «κόκκινους» τρομοκράτες, αλλά σιωπά, για παράδειγμα δεν κάνει την παραμικρή κίνηση για την έκδοση, από το Λονδίνο, του ακόμη πιο αιμοσταγούς νεοφασίστα τρομοκράτη της NAR, Βιτόριο Σπανταβέκια, ή όταν η ναπολιτάνικη Μαφία έβαζε βόμβα στην ιστορική πιτσαρία «Σορμπίλο».
Η επιλεκτική αυτή χρήση και αναβίωση της τρομοκρατίας αποδεικνύει γι’ άλλη μία φορά την αναγκαιότητά της ως έννοιας για το κράτος, προκειμένου να συγκρατήσει το κατρακύλισμά του, στήνοντας μια νέα πολιτική παράσταση, που αγκαλά και καμία αντικειμενική αξία δεν έχει, στοιχειώνει τον «παθητικό» τρόμο στον πληθυσμό, που χασισώνεται με ποικίλους φόβους και «προσημασμένες» ανασφάλειες για τη ζωή του -μετανάστες, αριστεροί, ευρωπαϊκοί θεσμοί ή, στην περίπτωση της Ελλάδας, η απώλεια της Μακεδονίας, των νησιών.
Στη χώρα του μεγάλου διαφωτιστή και ανθρωπιστή μεταρρυθμιστή του συστήματος κράτησης, Τσέζαρε Μπεκαρία, ο Σαλβίνι ως συνεπής μισαλλόδοξος λαϊκιστής, σαλπίζει το εκδικητικό σύνθημα «καμία δημοκρατία για τους εχθρούς της δημοκρατίας», που αρνείται το δημοκρατικό δικαίωμα ή το ηθικό έλεος, που ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιπτώσεις του το ιταλικό κράτος είχε δείξει απέναντι σε τρομοκράτες όπως οι Κούρτσιο, Φραντσεσκίνι, Γκαλινάρι κι άλλων, επιτρέποντάς τους συνθήκες ημιελευθερίας κι εργασίας, ώστε να προσφέρουν χρήσιμο έργο στην κοινωνία και να ξεπληρώσουν εν μέρει το χρέος τους στα θύματα.
Κατά τ’ άλλα ο Σαλβίνι και οι συν αυτώ πολιτικοί και δικαστές είναι πρόθυμοι να δώσουν δεύτερες ευκαιρίες σε όσους έχουν βλάψει με πολύ χειρότερο τρόπο -με τις πολιτικές τους αποφάσεις και τη διαφθορά φερ’ ειπείν- το κοινωνικό σύνολο ή έχουν τελέσει ακόμη πιο αξιόποινες πράξεις.
Ομως, γι’ αυτούς, οι εχθροί του κράτους είναι όσοι υποστηρίζουν ιδέες που είναι ασυμβίβαστες με το ΔΙΚΟ τους raison d’ état. Δηλαδή οι εχθροί της δημοκρατίας είναι όσοι δεν ακολουθούν κι εφαρμόζουν τη δική τους δημοκρατία (δόγμα που ριζώνει κι εδώ στην Ελλάδα ως αντίληψη περί δικαίου).
Ομως, με το πρόσχημα της τρομοκρατίας, όπως συμβαίνει και με τους μετανάστες, ή την επίκληση του ισλαμικού κινδύνου, ο Σαλβίνι αναζητεί ψυχολογικό έρεισμα, για να δικαιολογήσει κι επεκτείνει το αστυνομικό κράτος, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναγκάζοντας τα κοινωνικά κινήματα να αναδιπλωθούν και «σε ένδειξη σεβασμού στα θύματα» να σωπάσουν.
Στην περίπτωση τούτη, το κράτος με την ειδική νομοθετική συμπεριφορά που υιοθετεί με πρόσχημα την τρομοκρατία (όπως τονίζει ο Accattatis στο «Καπιταλισμός και Καταστολή»): εν πρώτοις δημιουργεί έναν αντιπερισπασμό τόσο στους πολίτες όσο και στις άλλες πολιτικές δυνάμεις, για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας (οικονομικά, εργασία, η γέφυρα Μοράντι, η σύγχρονη δουλεία στον Νότο κ.λπ.), απλώνοντας ένα προπέτασμα τρόμου.
Κατόπιν, έτσι υποκρύπτει πίσω από τα «εγκλήματα» της τρομοκρατίας τα πραγματικά εγκλήματα, που αποτελούν άμεση έκφραση της εξουσίας (διαφθορά, αυθαιρεσίες, μαφιόζοι με πολιτικές σχέσεις, κακοδικίες), αλλά και το έγκλημα που απορρέει από τις συνέπειες που η άσκηση της εξουσίας προκαλεί στην κοινωνία (κοινό έγκλημα, ναρκωτικά κ.λπ.).
Με τον τρόπο τούτο, η εξουσία καταφέρνει να διαπλάσει μια αντιδραστική βάση στον πληθυσμό, που έχοντας μία «αφηρημένη» ιδέα για το τι εστί τρομοκρατία, επιζητεί την «τάξη» (ακόμη και με τίμημα τις δικές του προσωπικές ελευθερίες) και διαμορφώνει αξίες που θα στήριζαν οποιονδήποτε κρατικό αυταρχισμό, εχθρικές προς κάθε προοδευτικό ρεύμα (είτε πολιτικό είτε κοινωνικό είτε αισθητικό/πνευματικό).
Κατά συνέπεια, ηττάται κατά κράτος το προοδευτικό εργατικό κίνημα, τόσο στο πεδίο της δράσης όσο και στις προθέσεις του- καθώς αναγκάζεται να συγκατανεύσει στην καταδίκη της τρομοκρατίας, μαζί και στα μέτρα «που κρίνονται αναγκαία για να παταχθεί» αυτή, αλλά τα οποία στην ουσία καταστέλλουν τις νόμιμες κινητοποιήσεις και στρέφονται δευτερευόντως εναντίον του.
Κοντολογίς, το κράτος κατορθώνει με το επιχείρημα της τρομοκρατίας να ελέγξει όλες τις συνθήκες της παραγωγής και διανομής του «τρόμου», με μοχλό τον έλεγχο της ίδιας της κοινωνίας υπό το κράτος του φόβου.
Ιδίως, στον τομέα της τρομοκρατίας, όπου καθώς λέει κι ο Μακιαβέλι «όπου ξέρουν λίγα, υποψιάζονται πολλά», ο κοσμάκης έτσι περιβεβλημένος από το παραπέτασμα της άγνοιας, πέφτει στην παγίδα να φαντάζεται έναν «φτιαχτό» εσωτερικό εχθρό που τον επιβουλεύεται διαρκώς -σύμφωνα με τις προτάσεις του Καρλ Σμιτ. Ισως γιατί κιόλας είναι και πιο εύκολο να μάχεσαι κατά ενός επινοημένου, παρά κατά ενός πραγματικού εχθρού.
*Δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/ Γλωσσολογίας
