Ετούτο το χωριό του Ασπροπόταμου, σβήστηκε εντελώς από τον χάρτη.
«Πού πήγαν οι άνθρωποι», ζήτησα να μάθω από τον πατέρα μου, όταν είχαμε βρεθεί για δικούς μου, θεραπευτικούς λόγους σ’ εκείνα τα μέρη, στα περίφημα ιαματικά λουτρά του Αχελώου.
Μου ‘καναν μεγάλη εντύπωση τα εγκαταλειμμένα σπίτια, που έχασκαν χωρίς πόρτες και παράθυρα, με τα στόματα ανοικτά, έτοιμα να με καταπιούν.
Κι ήμουν δέκα χρόνων παιδί, δεν δικαιολογούμουν να ‘χω τέτοιους φόβους.
Τότε ο πατέρας μου, για να μου δείξει πως μ’ έβλεπε πια σαν μεγάλο, για έναν άντρα, μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία που συνέβηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, μερικά χρόνια προτού ξεσπάσει η ένδοξη επανάσταση του 1821.
Εκτοτε έχω σχηματίσει μια καθαρή ιδέα για τους ήρωες, τους οποίους μάλιστα έμαθα ν’ αγαπώ, ακόμα πιο πολύ.
«Οι ήρωες κατουράνε στη γωνία του δρόμου με το λίγο φεγγάρι»
Γ. Ρίτσος «ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ»
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, από το ίδιο, το δικό μου χωριό καταγωγής, το Χαλκιόπουλο, είχε ένα σπουδαίο προσόν, παράλληλα με το διαβόητο κουσούρι του, εκείνο της ακατάσχετης βωμολοχίας.
Πηδούσε πολύ μακριά.
Αν γινότανε τότε Ολυμπιακοί Αγώνες, σίγουρα θα ‘παιρνε το χρυσό μετάλλιο στο άλμα εις μήκος.
Εκανε λοιπόν ξαφνικά γιουρούσια, άγρια χαράματα, στα στρατόπεδα των Τούρκων. Ολομόναχος. Σαν λύκος.
Τους λιάνιζε με τη σπάθα του, τους αποδεκάτιζε τους αλλόθρησκους, και το ‘σκαγε μετά, αιματοβαμμένος, τρέχοντας με τεράστιες δρασκελιές.
Ξυπνούσαν εκείνοι μέσα σε αχολογητό από ουρλιαχτά πόνου, χλιμιντρίσματα αλόγων και σκόρπιους πυροβολισμούς, καβαλούσαν τα άλογα και τον έπαιρναν στο κυνήγι.
Δόλιος, ο θρυλικός Κλέφτης και μετέπειτα αρχιστράτηγος των Ελλήνων, διάλεγε πάντα το ίδιο, γνωστό του μονοπάτι, για να ξεφύγει. Και μόλις κόντευε να τον φτάσει το έφιππο ασκέρι και να τον πιάσουν ζωντανό, εκείνος βρισκόταν κιόλας μπροστά στο φοβερό πέρασμα, εκεί όπου το πλατύ ποτάμι στένευε. Πρόφτενε και πάταγε, και με τα δυο πόδια μαζί, στον λείο, άσπρο βράχο, τινάζονταν σαν πουλί στον αέρα και πέταγε πάνω από τα αφρισμένα νερά.
Σταμάταγαν οι εχθροί το κυνήγι του –άνθρωπος άλλος δεν θα μπορούσε να πηδήσει τέτοια μεγάλη απόσταση– ξεκαβαλίκευαν, ακουμπούσαν κάτω τα τουφέκια, στηρίζονταν στα μαλαματένια κοντάκια του όπλου τους και τον κοίταζαν από μακριά καταπτοημένοι.
Λίγο πριν πάρει την ανηφόρα προς το ορεινό χωριό του Βάλτου, ο Καραϊσκάκης, κι αμέσως μόλις προσγειωνόταν στην απέναντι όχθη του Αχελώου, έσκυβε, σήκωνε τη φουστανέλα, κατέβαζε τα βρακιά, τούρλωνε τον κώλο και τον χτυπούσε επανειλημμένα, και με τα δυο του χέρια, σαν ταμπούρλο, περιγελώντας έτσι τους διώκτες του.
Γυάλιζε ο άσπρος κώλος, άστραφτε στον πρωινό ήλιο, έλαμπε, και τους θάμπωνε τους εχθρούς του γένους.
Αλλά μια φορά, ένας Τουρκαλβανός, ένας Γκέκας, περίφημος σκοπευτής, καθώς το τέρας απέναντι του κουνούσε πέρα-δώθε τον κώλο εκδικητικά, έσφιξε το ‘να μάτι, κράτησε την ανάσα του και σημάδεψε.
Τον πέτυχε στην κωλοτρυπίδα.
Σύρθηκε, σαν λαβωμένο αγρίμι, ο ήρωας ώς το πιο κοντινό σπίτι, όπου για μήνες υπέφερε εκεί μέσα από φρικτούς πόνους. Και βλαστημούσε και κατέβαζε καντήλια, Χριστούς και Παναγίες, όλα τα ιερά και τα όσια, «ο γυιός της καλογριάς».
Εκστόμιζε τέτοια βρόμικα λόγια που ντράπηκε ο πατέρας μου, κοκκίνισε μόνο που τα σκέφτηκε.
«Πρόστυχες κουβέντες, ο μούλος», ψιθύρισε σαν να ήταν εκεί και να τις είχε ακούσει ο ίδιος. Γύρισε μετά και με κοίταξε αυστηρά, λες κι εγώ του ‘φταιγα για κείνες τις βρισιές.
«Βρισιές που ‘χουν να κάνουν με άντρες και με γυναίκες», μου εξήγησε, σαν να το μετάνιωσε που με αποπήρε, ώστε να καταλάβω.
«Κι οι χωριάτες, τα σπίτια; Τι σχέση έχουν;» τον επανέφερα στο αρχικό μου ερώτημα. «Γιατί τα εγκατέλειψαν;» Αυτό ήταν που μ’ ένοιαζε εμένα. Ηθελα να μάθω για ποιο λόγο ερήμωσε ο τόπος.
«Ε, να», δυσφόρησε με την επιμονή μου. «Ηταν τόσο αισχρές οι βλαστήμιες του, που μάζεψαν, άρον άρον, τα υπάρχοντά τους οι κάτοικοι του χωριού και τ’ άφησαν τα σπίτια τους. Δεν άντεχαν να τον ακούνε να βλαστημάει από το πρωί ώς το βράδυ. Λερωνόταν η ψυχή τους. Αμάρταιναν.
Μόνο ο σατανάς μπορούσε να συνταιριάξει τέτοιας λογής βρισιές, έλεγαν.
Κι ο βοσκός, ακόμα, που του πήγαινε ψωμί όσο να γιάνει, λένε πως κλείστηκε για την υπόλοιπη ζωή του σε μοναστήρι.
Ωστε να εξιλεωθεί, να καθαρίσει από όσα ανομολόγητα είχε ακούσει».
