ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θοδωρής Γκόνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

– Δυνατά και καθαρά.

– Από κρότον οργάνων βοΐζει

της Γραβιάς το βουνό αντικρύ…

– Οχι, όχι έτσι, θα μιμηθείς εμένα, όπως το απαγγέλλω εγώ, καθαρά και δυνατά.

Από κρότον οργάνων βοΐζει

της Γραβιάς το βουνό αντικρύ

Λάμπουν όπλα χρυσά, και λερή

Φουστανέλλα μαυρίζει

Εξήντα εννέα στροφές από στήθους, το χάνι της Γραβιάς του Γεωργίου Ζαλοκώστα.

Οδυσσεύς ο ταχύπους ηγείται

Του μαχίμου εκείνου χορού …

Δυνατά και καθαρά φώναζες και κουνούσες το βαρύ σίδερο πέρα-δώθε στον αέρα γεμάτο με αναμμένα κάρβουνα που στη γλώσσα μου επάνω τα ένιωθα, και στο λαιμό μου βαθιά. Τα στιχάκια και οι στροφές κάρβουνα και βουνά αναμμένα που τα κατάπινα, να με ζεματάνε, να με καίνε, να με τσιγαρίζουν και να μην μπορώ να θυμηθώ καλά-καλά ούτε την πρώτη τη στροφή. Και εσύ εκεί, φωτιά και τσεκούρι, να σιδερώνεις μια τη φουστανέλα και μια εμένα.

– Μεγάλο παιδί, ολόκληρος μαντράχαλος, τελειώνεις την έκτη δημοτικού και δεν μπορείς να μάθεις απ’ έξω ένα ποίημα, ντροπή σου, ο Πατέρας σου το ήξερε και το έλεγε με μια αναπνοή. Να δούμε πώς θα σταθείς μεθαύριο στην εορτή της 25ης Μαρτίου στο σχολείο σου, πώς θα ακουστεί το όνομά σου, τ’ όνομά μας.

Ανοιγες το σίδερο, τραβώντας την ξύλινη λαβή του προς τα πάνω, φυσούσες τα κάρβουνα και γινόσουν ίδια ο δαίμονας και ο σατανάς με γουρλωμένα μάτια και φουσκωμένα μάγουλα και δώστου να το κουνάς πέρα δώθε το σίδερο τονίζοντας τις λέξεις σαν τον καρβουνιάρη της κολάσεως, τον μαύρο χάροντα.

Κ’ η σκιά του Διάκου παρέκει

Του εις σούβλαν ψηθέντος σκληράν….

– Ο πατέρας σου, αχ ο πατέρας σου, να τον άκουγες, όλα αυτά τα ποιήματα, τα γνώριζε από στήθους, έτσι τον εγνώρισα κι εγώ και όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και τα τραγούδια ήξερε, ήταν καλλίφωνος, το μια βοσκοπούλα αγάπησα, το τραγουδούσε σαν αρχάγγελος και αυτό ποίημα του Γεωργίου Ζαλοκώστα είναι. Σπουδαίος ποιητής.

Και άνοιγες τραγουδώντας το μπαουλάκι το μικρό και έβγαζες τον «ντουλαμά» ολόκληρο, τη φουστανέλα την ολόλευκη, μέσα στη θήκη της με τις λεβάντες και τα γιασεμιά.

– Να ήξερες ποιοι τη φόρεσαν αυτή τη φουστανέλα και από πόσο βαθιά και μακριά έρχονται τα δυο τα φύλλα της, οι δίπλες και οι πτυχές της, 30 μέτρα χασές βαμβακερός, 400 μικρά κομμάτια ύφασμα, όσα τα χρόνια της σκλαβιάς, κι η «φέρμελη» χρυσοκέντητη στο χέρι, με τη βελόνα και το αίμα μας. Για να δούμε, έλα σιδερώνω εγώ τη φουστανέλα και σε ακούω.

– Από κρότον οργάνων βοΐζει

της Γραβιάς το βουνό αντικρύ…

της Γραβιάς το βουνό αντικρύ…

της Γραβιάς το βουνό αντικρύ…

– Ναι… παρακάτω… δεν πρόκειται να το μάθεις ποτέ, τζάμπα σιδερώνω, δεν πρόκειται να τη φορέσεις, να την αξιωθείς ποτέ τη φουστανέλα του σπιτιού μας.

Εφτασε η παραμονή της 25ης και το θερμόμετρο έδειξε 42, όλη τη νύχτα στον ύπνο και στον πυρετό μου, έλεγα, παραμιλούσα τις 69 τις στροφές νεράκι απ’ έξω κι ανακατωτά.

Προ των άλλων ξιφήρης προβαίνει

Είς δερβίσης τον ίππον κεντών

Ο υιός του Ανδρίτσου αυτόν

Ερωτά πού πηγαίνει

Και ηνίας και σπάθην αφίνει…

Ο δερβίσης τα στέρνα πληγείς

Και με κρότον πεσών κατά γης

Ρείθρον αίματος χύνει

Ηρθες το πρωί στο κρεβάτι μέτρησες τον πυρετό, 42 είπες κι εγώ έκανα πως κοιμόμουν, και σε άκουγα να λες τα αρμυρά εκείνα τα λόγια σου, τίνος να έμοιασα και βγήκα έτσι και τα άλλα, τα σκληρότερα που ούτε θέλω να τα θυμηθώ, γιατί με καίνε περισσότερο και από τα κάρβουνά σου στο σίδερο, με σκέπασες και ξεκίνησες για το σχολείο να μην χάσεις τη γιορτή, τ’ ανίψια σου τα ξεφτέρια, τις αδελφές σου και τις φίλες σου.

Σηκώθηκα αφού σε άκουσα να κλείνεις την εξώπορτα, στάθηκα μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και άρχισα να φοράω τη φουστανέλα, τον ντουλαμά ολόκληρο,13 κιλά βάρος –έτσι δεν έλεγες– το σήκωσα, έδεσα γερά τα φύλλα της στη μέση μου, φόρεσα το γιλέκο το χρυσό, έβαλα το σκουφάκι το ολοπόρφυρο και βγήκα, πήρα το δρόμο με τα πόδια, μέσα στο κρύο και στον πυρετό, να βρέχει και να αστράφτει ο καιρός και η φουστανέλα η ολόλευκη και έφτασα, δεν το περίμενες, κανείς δεν με περίμενε –το είχες πει, το είχες προφτάσει σε όλους– έφτασα στο σχολείο στην ώρα που έπρεπε και στη σειρά μου, ανέβηκα πάνω στο πατάρι, στη σκηνή, έσταζε τη βροχή η φουστανέλα σαν τη βρύση, σαν τα μάτια μου και είπα το ποίημα ολόκληρο, με μια αναπνοή, χωρίς κανένα απολύτως λάθος και αντί να κάτσω να ακούσω τα χειροκροτήματα, τα εύγε και τα μπράβο, γύρισα απότομα την πλάτη και έφυγα όπως ήρθα και πήρα το δρόμο μου ώς εδώ.