Η Λιβανέζα σκηνοθέτρια Ναντίν Λάμπακι έγινε γνωστή στη Δύση με την ταινία της «Caramel» (2005), φέρνοντας μια νέα πνοή στο σύγχρονο αραβικό σινεμά με θέματα που απασχολούν την καθημερινή ζωή των γυναικών.
Η επόμενη ταινία της «Where do we go now?» (2010) καταπιάνεται με την αντίθεση χριστιανών και μουσουλμάνων σε ένα χωριό του Λιβάνου, πάλι μέσα από την καθημερινότητα και τη δράση των γυναικών. Η «Καπερναούμ» (προβάλλεται τώρα στις αίθουσες), που πήρε το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες πέρσι και είναι υποψήφια για Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, αναφέρεται σε έναν άλλον ευάλωτο πληθυσμό: τα παιδιά του δρόμου και των προσφύγων που παλεύουν να επιζήσουν μέσα σ’ έναν κόσμο σημαδεμένο από τον κίνδυνο, τη φτώχεια και την πείνα.
• Δουλέψατε με μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Φαντάζομαι ότι θα προστέθηκε κι αυτό στις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσετε για την πραγματοποίηση της ταινίας.
Ναι, οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι οι οποίοι ζουν σχεδόν στις ίδιες συνθήκες που απεικονίζονται. Νομίζω ότι μια ταινία έχει περισσότερη δύναμη όταν ο θεατής βγαίνει από την αίθουσα προβολής γνωρίζοντας ότι τα πρόσωπα της ταινίας συνεχίζουν να αγωνίζονται. Και πιστεύω απόλυτα στη δύναμη του κινηματογράφου να επηρεάσει τον κόσμο και να προκαλέσει κάποια αλλαγή στον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Ηταν λοιπόν για μένα μια πολύ συνειδητή απόφαση το ότι θα δούλευα με μη επαγγελματίες που βιώνουν παρόμοιες εμπειρίες.
Γι’ αυτό και πήρε πολύ χρόνο να βρω τα κατάλληλα πρόσωπα. Είχα μια θαυμάσια ομάδα που έψαχναν παντού στον Λίβανο, ακόμα και στις πιο επικίνδυνες και υποβαθμισμένες περιοχές. Συνάντησαν ανθρώπους, οικογένειες, παιδιά, πολλές φορές στον δρόμο. Ο Ζάιν αλ Ραφία, ο 12χρονος πρωταγωνιστής, ήταν προσφυγόπουλο από τη Συρία και ζούσε με την οικογένειά του στον Λίβανο τα τελευταία οχτώ χρόνια κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, σε μια πολύ φτωχή συνοικία. Δεν είχε πάει ποτέ στο σχολείο και μεγάλωσε στους δρόμους. Εκεί έμαθε τη ζωή. Ξέρει τι θα πει βία, κακοποίηση και αγώνας για επιβίωση. Το ίδιο ισχύει για όλους όσοι έπαιξαν στην ταινία.
• Το γεγονός ότι έπαιξαν στην ταινία σας άλλαξε τη ζωή τους; Κρατάτε επαφή μαζί τους;
Ναι, βέβαια. Μάλιστα, να μια ωραία ιστορία, ο Ζάιν και η οικογένειά του μετανάστευσαν στη Νορβηγία χάρη στη βοήθεια της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Τώρα έχει εντελώς διαφορετική ζωή, πάει στο σχολείο, ζει σε ένα σπίτι με θέα την πόλη και τη θάλασσα. Εχει κρεβάτι, ώς τώρα κοιμόταν στο πάτωμα με την οικογένειά του στο ίδιο δωμάτιο.
Εχει κήπο και δεν παίζει πια με μαχαίρια. Ταυτόχρονα προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους υπόλοιπους αλλά αντιμετωπίζουμε πολύ δύσκολες και περίπλοκες καταστάσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν καν ένα χαρτί που να αποδεικνύει την ταυτότητά τους. Για τον κόσμο, την κοινωνία και το σύστημα είναι σαν να μην υπάρχουν.
• Και όμως, οι ερμηνείες των παιδιών στην ταινία έχουν μια αδιαμφισβήτητη γνησιότητα. Πώς δουλέψατε μαζί τους;
Το πιο σημαντικό πράγμα για μας, που μας επέτρεψε να αποσπάσουμε καλές ερμηνείες από μη επαγγελματίες, ήταν ο χρόνος. Επρεπε να έχουμε αρκετό χρόνο μαζί τους ώστε να νιώσουν εμπιστοσύνη και να τολμήσουν να εκφραστούν.
Σε περιπτώσεις σαν κι αυτήν το συνεργείο πρέπει να γίνεται αόρατο. Επρεπε εμείς να προσαρμοστούμε στον ρυθμό τους, στην προσωπικότητά τους και καμιά φορά στη διάθεσή τους, ειδικά όταν δουλεύαμε με τα παιδιά. Ηταν αδύνατο για μένα ν’ ακολουθήσω το πρωτόκολλο του γυρίσματος. Ηταν μια συνεχής διαπραγμάτευση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Ολη η ταινία είναι τραβηγμένη με δύο κάμερες στο χέρι, για να εξασφαλίσουμε τη μέγιστη ευελιξία, για να καταγράψουμε αναπάντεχες στιγμές, αληθινές, που δεν είχαμε επιδιώξει.
• Μιλήστε για την εμπειρία σας ως σκηνοθέτριας στη Βηρυτό, όντας γυναίκα σε μια μάλλον ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Εχω σχέση αγάπης και μίσους με τη χώρα μου, αφού έχω συνείδηση όλων των πολιτικών και οικονομικών αλλαγών που θα έπρεπε να γίνουν. Το γεγονός ότι ο Λίβανος έχει δεχτεί πάνω από 1,5 εκατ. πρόσφυγες, ότι αντιμετωπίζει τις δικές του οικονομικές δυσκολίες και ότι είναι μια πολύ μικρή χώρα… όλα συμβάλλουν στην αποτυχία του συστήματος.
Οταν λοιπόν ζεις σε μια τέτοια χώρα, η σκηνοθεσία γίνεται κάτι σαν είδος αποστολής, ένα εργαλείο έκφρασης και προσπάθειας για αλλαγή. Ως άνθρωπος της τέχνης αισθάνεσαι αυτή την ευθύνη. Για μένα το να κάνω μια ταινία δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα, αλλά μια ολόκληρη μάχη… Ακόμα κι αν δεν καταφέρεις να αλλάξεις τίποτα, έχεις ανοίξει τον διάλογο γύρω από κάποιο πρόβλημα.
Οσο για το φύλο μου, θα σας καταπλήξω πληροφορώντας σας ότι στον Λίβανο εργάζονται πολλές σκηνοθέτριες. Σε άλλους τομείς οι γυναίκες αγωνίζονται ακόμα να εκπροσωπηθούν. Το να κάνεις ταινία στον Λίβανο είναι το ίδιο δύσκολο και για τους άντρες, γιατί δεν υπάρχουν υποδομές. Πολλές φορές δεν ξέρεις από πού ν’ αρχίσεις, πώς ν’ αρχίσεις. Σ’ αυτή την περίπτωση ο άντρας μου, που συνέθεσε τη μουσική, κι εγώ αποφασίσαμε να αναλάβουμε την παραγωγή μόνοι μας.
• Τι σημαίνει να ζεις σε εμπόλεμες καταστάσεις; Τι έχετε χάσει αλλά ίσως και κερδίσει μεγαλώνοντας στον Λίβανο; Νιώθετε τον φόβο ότι μπορούν όλα να χαθούν ανά πάσα στιγμή ή τη βεβαιότητα ότι η ζωή συνεχίζεται;
Και μιλάμε για έναν πόλεμο που κατέστρεψε όλη τη χώρα και κάθε οικογένεια. Δεν ξέρω καμία οικογένεια που να μην έχει υποστεί κάποιο τραγικό γεγονός εξαιτίας του πολέμου. Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλώσαμε αναπτύσσοντας μηχανισμούς επιβίωσης, υπολογίζοντας ότι δεν ξέρουμε τι θα συμβεί αύριο και ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε σήμερα. Καλλιεργείς μια επιθυμία για τη ζωή και μάλιστα να τα κάνεις όλα γρήγορα.
Ταυτόχρονα όμως έχουμε χάσει τη δυνατότητα να κάνουμε σχέδια για το μέλλον, γιατί είναι αβέβαιο. Δεν οργανώνουμε τίποτα –όλα πρέπει να γίνουν τώρα. Γι’ αυτόν τον λόγο νομίζω ότι ο Λίβανος είναι μια χαοτική χώρα.
• Οταν όμως σας πρόσφεραν την ευκαιρία να δουλέψετε στη Δύση, προτιμήσατε να μείνετε στον Λίβανο. Γιατί;
Ηθελα να μείνω πιστή στην κουλτούρα μου και σ’ αυτά που ξέρω. Φυσικά είμαι διαθέσιμη να δουλέψω αλλού, αν βρω την κατάλληλη ιστορία που με εκφράζει. Και είναι σημαντικό για μένα να συνεχίσω να μιλάω για τη χώρα μου. Νομίζω ότι όταν πραγματεύεσαι θέματα που γνωρίζεις καλά, μπορείς να απευθυνθείς στο πλατύτερο, παγκόσμιο κοινό, κάτι που δεν ισχύει όταν προσπαθείς να καταλάβεις μια ξένη κουλτούρα που γνωρίζεις μόνο επιφανειακά.
