ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρουάν Τουμπάσι*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αμερικανικές και ισραηλινές κυβερνήσεις μπορεί πραγματικά να πιστεύουν ότι εκπληρώνουν μια θεϊκή προφητεία αρνούμενοι στον παλαιστινιακό λαό τα δικαιώματά του ή απλώς να εκτονώνουν τους εξτρεμιστές μεταξύ των εκλογέων τους. Είτε έτσι είτε αλλιώς, αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν το ουσιαστικό θέμα, ίσως επειδή γνωρίζουν ότι ο κόσμος δεν θα το δεχτεί.

Από τις 6 Δεκεμβρίου του 2017, η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, έκλεισε την παλαιστινιακή αποστολή στην Ουάσινγκτον, μετέφερε την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και ακύρωσε την ανθρωπιστική υποστήριξη που παρείχε η Υπηρεσία Αρωγής και Εργων των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNRWA), μεταξύ άλλων δράσεων. Και όμως, εμείς οι Παλαιστίνιοι είμαστε δέκτες επίμονων ισχυρισμών ότι οι ΗΠΑ πραγματικά επιδιώκουν την ειρήνη και ότι το μόνο πρόβλημα είναι η απροθυμία μας.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν μετείχαμε σε συζητήσεις με την κυβέρνηση του Τραμπ. Κατά τη διάρκεια του 2017 πραγματοποιήσαμε σχεδόν 40 συναντήσεις, απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις και υποβάλλοντας το όραμά μας για ειρήνη βάσει της λύσης των δύο κρατών. Αλλά οι απεσταλμένοι των ΗΠΑ αρνούνταν πάντα να ασχοληθούν με θέματα ουσίας.

Στην πραγματικότητα, την παραμονή της επίσκεψης του Παλαιστίνιου προέδρου Μαχμούντ Αμπάς στην Ουάσινγκτον, η κυβέρνηση του Τραμπ έσπασε τη δέσμευσή της να μη λάβει μονομερή μέτρα και ανακοίνωσε την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ. Οποιος κι αν είναι ο λόγος -η ιδεολογική προκατάληψη, η έλλειψη διπλωματικής εμπειρίας ή και τα δύο- η ομάδα Τραμπ κατέληξε να καταστρέψει κάθε προοπτική για τις ΗΠΑ να διαδραματίσουν θετικό ειρηνευτικό ρόλο.

Ανθρωποι όπως ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, ο πρέσβης Ντέιβιντ Φρίντμαν, ο απεσταλμένος Τζέισον Γκρίνμπλατ και ο γαμπρός του Τραμπ και ανώτερος σύμβουλός του, Τζάρεντ Κούσνερ, είναι ιδεολογικά αφοσιωμένοι στην επιχείρηση αποικιοκρατίας του Ισραήλ. Κρίνοντας από την περσινή ομιλία του Πενς στην ισραηλινή κνεσέτ (Βουλή), θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι το Ισραήλ έχει «θεία εντολή» να παραβιάζει τα παλαιστινιακά δικαιώματα. Λαμβάνοντας αυτές τις θέσεις, η κυβέρνηση Τραμπ έφερε ένα κύριο αποτέλεσμα τα τελευταία δύο χρόνια: την ενίσχυση των εξτρεμιστών στην περιοχή μας.

Προκειμένου να προστατευτεί η προοπτική μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης, η παλαιστινιακή ηγεσία έχει πραγματοποιήσει συναντήσεις με ηγέτες σε όλο τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, πήγαμε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζητώντας μια ειρηνευτική πρωτοβουλία βασισμένη στο διεθνές δίκαιο, την εφαρμογή των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και τη συμμετοχή αρκετών χωρών στη διευκόλυνση της διαδικασίας.

Για την ομάδα Τραμπ ωστόσο, το διεθνές δίκαιο είναι «μη ρεαλιστικό». Η Παλαιστίνη φαίνεται να θεωρείται ως μέρος μιας επιχείρησης ακίνητης περιουσίας – μιας περιουσίας που μπορεί να υποτιμηθεί κλείνοντας τις διπλωματικές αποστολές, καταργώντας την UNRWA, ακυρώνοντας βοήθεια στα παλαιστινιακά νοσοκομεία ή αποσύροντας υποτροφίες για Παλαιστίνιους φοιτητές. Δεν υπολόγισαν ότι ο παλαιστινιακός λαός έχει αξιοπρέπεια και εθνική υπερηφάνεια, όπως και κάθε άλλο έθνος, και θα επιμείνει για την πρέπουσα μεταχείριση.

Ας είμαστε σαφείς: η λύση των δύο κρατών δεν συμβαδίζει με τη διευκόλυνση της παράνομης πραγματικότητας των ισραηλινών εποικισμών. Αντίθετα, σημαίνει τερματισμό της αποικιακής αυτής επιχείρησης. Αρνούμενη να αναφέρει τη λύση των δύο κρατών, η ομάδα του Τραμπ πηγαίνει προς μια διαφορετική κατεύθυνση, περισσότερο σύμφωνη με την επίσημη θέση του Ισραήλ: ένα κράτος και δύο συστήματα. Αλλά κανένας Παλαιστίνιος, Αραβας ή υπεύθυνος διεθνής ηγέτης δεν θα δεχόταν ποτέ αυτό το σχέδιο, όπως έγινε σαφές από τα μηνύματα που έδωσαν οι ηγέτες του κόσμου στην κυβέρνηση του Τραμπ.

*πρέσβης του Κράτους της Παλαιστίνης

Το άρθρο γράφτηκε αποκλειστικά για την «Εφημερίδα των Συντακτών»