Ανέκαθεν, το ζουμί στις ετήσιες εκθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ανθρώπινα δικαιώματα κρυβόταν σε αλλαγές στη διατύπωση που πιθανόν να υποδεικνύουν ευρύτερες αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
«Η φετινή [για το έτος 2018, που δημοσιοποιήθηκε αργά προχθές το βράδυ] περιέχει αρκετές», παρατηρούν οι New York Times, «όμως η πιο αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στα Υψίπεδα του Γκολάν ως περιοχή “ισραηλινού ελέγχου”. Στο παρελθόν, αναφερόταν ως “κατεχόμενα εδάφη”».
Το αμερικανικό ΥΠΕΞ έσπευσε να τονίσει ότι η αλλαγή διατύπωσης δεν συνιστά αναγνώριση ισραηλινής κυριαρχίας, παρά βασίζεται σε νομική ερμηνεία του όρου «κατεχόμενα» – ο οποίος, σημειωτέον, απαλείφθηκε στην έκθεση τόσο για τα κατεχόμενα από το ’67 συριακά Υψίπεδα, όσο και για τη Δυτική Οχθη.
«Η συγκυρία», παρατηρεί το Εβραϊκό Τηλεγραφικό Πρακτορείο (JΤΑ), «είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ενόσω ασκεί πιέσεις στην αμερικανική κυβέρνηση για αναγνώριση των Υψιπέδων του Γκολάν ως τμήματος του Ισραήλ, πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου».
Με ήξεις αφήξεις είναι οι αναφορές στην έκθεση και για τον έτερο στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή: τη Σαουδική Αραβία. Μεγάλο αγκάθι πλέον αποτελεί η υπόθεση Κασόγκι, για την οποία το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτηρίζει γενικόλογα ως υπεύθυνους «κυβερνητικούς παράγοντες».
Αποσιωπά, ωστόσο, την εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για προσωπική εμπλοκή του πρίγκιπα-διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Αντιθέτως, λάβρες είναι οι αναφορές για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Βενεζουέλα, το Ιράν και την Κίνα. Ειδικά η τελευταία «αποτελεί μία κατηγορία από μόνη της» επισήμανε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάικ Πομπέο.
Υπερθεματίζοντας ο ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μάικλ Κόζακ, χαρακτήρισε τις διώξεις των μειονοτικών τουρκογενών Ουιγούρων τις χειρότερες «από τη δεκαετία του 1930»: μία έμμεση, πλην σαφής σύγκριση με τη ναζιστική Γερμανία…
Οι γείτονες και εμείς
Περισσότερο καταγραφική είναι η αναφορά στην Τουρκία. Παρά την περσινή άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, επισημαίνεται, «η μεταγενέστερη αντιτρομοκρατική νομοθεσία συνέχισε τους περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες και έθεσε σε κίνδυνο τη δικαστική ανεξαρτησία και το κράτος δικαίου».
Μεταξύ άλλων, μνημονεύονται «αναφορές για αυθαίρετες δολοφονίες, ύποπτους θανάτους κρατουμένων, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις… κλείσιμο ΜΜΕ και ποινική δίωξη όσων ασκούν κριτική στην κυβερνητική πολιτική και σε αξιωματούχους… σοβαρό περιορισμό των ελευθεριών του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι… βία κατά γυναικών, μελών της κοινότητας LGBTI και άλλων μειονοτήτων».
Ως προς τη χώρα μας, στην έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταγράφονται ως σημαντικά σημεία παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η ποινικοποίηση της δυσφήμησης, οι ισχυρισμοί περί επαναπροώθησης των αιτούντων άσυλο, η διαφθορά, καθώς και η βία εναντίον γυναικών, παιδιών, μελών της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και προσφύγων.
Αναγνωρίζεται ωστόσο ότι «η κυβέρνηση έλαβε μέτρα για τη διερεύνηση, δίωξη και τιμωρία αξιωματούχων που διέπραξαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε στις υπηρεσίες ασφαλείας, είτε οπουδήποτε αλλού στη δημόσια διοίκηση».
Παράλληλα γίνεται αναφορά σε διάφορους επιμέρους τομείς, όπως στις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές, σε κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης προσφύγων, στα δικαιώματα των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες και σε περιστατικά αντισημιτισμού.
