Η Ιταλία, προς το παρόν, αποφάσισε να μην πάρει θέση σε ό,τι αφορά την εκρηκτική κατάσταση στη Βενεζουέλα. Η κυβέρνηση της Λέγκας και των Πέντε Αστέρων δεν θέλει να αναγνωρίσει τον Γουαϊδό, αλλά δεν υποστηρίζει ανοιχτά ούτε τον Μαδούρο. Η επίσημη εξήγηση είναι ότι η Ρώμη δεν παρεμβαίνει σε εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, διότι είχε εμπειρία, στο παρελθόν, ανάλογων συμπεριφορών.
Σε όλα αυτά, βέβαια, βαραίνει και η στενότερη σχέση που έχει δημιουργηθεί τους τελευταίους μήνες ανάμεσα στην Ιταλία και τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Παρά τη σαφή αυτή πολιτική επιλογή, όμως, ο Ιταλός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, ζήτησε με έμφαση να ταχθεί η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε στο πλευρό των Ευρωπαίων εταίρων και των διεθνών συμμάχων της.
Ο Ματαρέλα επέμεινε ότι «δεν πρέπει να υπάρξουν αβεβαιότητες και δισταγμοί», διότι η πραγματική επιλογή «είναι ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και στο αίτημα για πραγματική δημοκρατία από τη μία, και στη βία της δύναμης από την άλλη».
Μεγάλο μέρος του Τύπου ασκεί κριτική στη στάση της κυβέρνησης Κόντε, υπογραμμίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η απομόνωση της Ιταλίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Αλλά τα Πέντε Αστέρια επιμένουν και απαντούν ότι «είναι πράγματι δύσκολο να κρατήσει κανείς μια ουδέτερη στάση σε αυτή τη φάση», αλλά «η Ευρώπη θα έπρεπε να σταματήσει να υπακούει στις εντολές των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ρεαλιστικά σκεπτόμενος, βέβαια, μπορεί να προβλέψει κανείς ότι, αν όλες οι χώρες της Ενωσης αναγνωρίσουν ως νόμιμο πρωθυπουργό τον Γουαϊδό, δύσκολα η Ιταλία θα συνεχίσει να ακολουθεί για πολύ καιρό την πολιτική αυτή «ίσων αποστάσεων». Η υπόθεση αυτή, πάντως, είναι ενδεικτική της τακτικής της κυβερνητικής συμμαχίας που κυβερνά τη Ρώμη.
Οπως συμβαίνει ακριβώς και στο μεταναστευτικό: ο Σαλβίνι και ο Ντι Μάιο αδιαφορούν για τις μέχρι τώρα συμφωνίες και πρακτικές, οι οποίες όριζαν ότι οι διασωθέντες έπρεπε να μεταφέρονται σε ιταλικά λιμάνια. Για τον λόγο αυτό, οι 47 μετανάστες του πλοίου «Sea Watch 3» παρέμειναν πάνω από δέκα ημέρες εν πλω, πριν μπορέσουν να αποβιβαστούν σε λιμάνι της Σικελίας. Μέχρι, δηλαδή, να βρεθούν άλλες επτά «πρόθυμες χώρες» οι οποίες να φιλοξενήσουν τους πρόσφυγες.
Πέρα από όλα αυτά, όμως, μπορεί να προβλέψει κάποιος ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα για την κυβερνητική αυτή συμμαχία θα προκύψουν σύντομα στο εσωτερικό μέτωπο, και όχι λόγω επιλογών εξωτερικής ή μεταναστευτικής πολιτικής, όσο ακραίες και αν είναι αυτές.
