Τον Μάρτιο του 1971 η χούντα θέλησε να… συνεορτάσει τα 150 χρόνια της εθνικής επετείου του 1821 με τη δική της «επανάσταση». Πράγμα που προκάλεσε την αντίδραση εκείνων που σε καμιά περίπτωση δεν δέχονταν μια τέτοια εξίσωση. Μεταξύ αυτών και ο συγγραφέας Γιάννης Σκαρίμπας. Το πώς και γιατί εξηγεί ο ίδιος σε ιδιόχειρη απάντηση σχετική με το θέμα που έστειλε στο περιοδικό «Τετράδιο» και δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος – Αύγουστος 1974 (ήγουν πριν 35 χρόνια).
Προσωπικά είχα την τύχη να πάρω δυο συνεντεύξεις από τον Σκαρίμπα: μια για την τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» (23 Μαρτίου 1978) με σκηνοθέτη τον Βασίλη Κεσίσογλου κι άλλη μια για την «Ελευθεροτυπία» (9 Φεβρουαρίου 1981). Κι αφού προσθέσω ότι στις 21 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 35 χρόνια αφ’ ότου ο Σκαρίμπας έφυγε από τη ζωή το 1984 στα 91 του, ακολουθεί η επιστολή που έστειλε στο περιοδικό, στην οποία αναγνωρίζεται η μοναδικότητα της σκέψης και της γραφής του (οι μεσότιτλοι δικοί μου):
Αγαπητό «Τετράδιο»,
Μ’ αρωτάτε πώς το αποφάσισα σ’ αυτήν την προχωρημένην ηλικία ν’ ασχοληθώ με την Ιστορία. Πράγματι μέχρι τον Φλεβάρη του 1971, αυτό το πώς ούτε το υποπτευόμουν καν. Κρυμμένο κάτω από της συνείδησής μου τους χτύπους… εποίει το κορόιδο το άτιμο! Ομως κανείς δεν ξέρει τη στιγμή που αρχίζει η μοίρα του ν’ αλλάζει… Από καιρούς και ζαμάνια, σχεδόν από τα χρόνια της εφηβικής ηλικίας μου μου ’μπαιναν οι βαριές υποψίες ότι η «επίσημη» Ιστορία ήταν η Ιστορία «κοκκινοσκουφίστικη» μάλλον παρά η αληθινή Ιστορία.
Απάτες…
Χρειάστηκε να καώ απ’ τα «Κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου, από τα «πεδία τιμής», από τις «σεβάσμιες δέσποινες», από τα «υπεράνω υπονοίας» και τας «σεμνάς εορτάς», ή τας «λευκάνσεις (ή αναλώσεις) της ζωής εις την υπηρεσίαν της πατρίδος», μετά των «πρώτων» την κοινωνία φερόντων) για να μπω στο νόημα οποίοι ευφημισμοί πάσης βαγαποντιάς ήσαν αυτά, και οποία ταπεινή υπηρέτρια των «κατεστημένων» η Ιστορία. Ολοι αυτοί οι «λευκαθέντες» και οι «σεβάσμιες», σχεδόν όλα αυτά τα «πεδία τιμής» και «υπεράνω υπονοίας», ήσαν καθαρές απάτες, σε βάρος των χαζών, και οι ευτυχείς κάτοχοί των άνθρωποι που ψόφαγαν για Δημοκρατία και σαμπάνια, για Κυανή Ακτή και για ισότητα… των άλλων!
Ετσι έφτασα (που να μην έσωνα) έως τον Γενάρη του 1971 με το γιόρτασμα -λέει– των εκατοπενήντα χρόνων του 1821. Και τότες ήταν κι αν ήταν… Η ντόπια ιστορικάντζα οργίασε, και το ψέμα, η αγυρτεία και άγνοια στήσαν χορό μέσ’ τις πλατείες. Το επιστημονικό φράκο και η Ακαδημαϊκή ζακέτα συναγωνίστηκαν τους καρεκλάτους «δεκάρικους» στην «παπουτσωμενόγατη» άγνοια και το Μυνχάουζο ψέμα. Της κακομοίρας γινότανε…
Ετσι –μου– αρρώστησα και παραλίγο θα πέθαινα. Αν επέζησα το χρωστάω στον οικογενειακό μου γιατρό… που έλειπε κείνες τις μέρες στο Παρίσι.
Συνελθόντας… απ’ το σοκ, έρριψα… τον κύβο! Και στρώθηκα κι έγραψα. Εγραψα «Το ’21 και η αλήθεια» απ’ τον Φλεβάρη μέχρι τέλος του Αυγούστου του 1971. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, το βιβλίο κυκλοφόρησε.
Τώρα, μέσα στο χρόνο, ή μέχρι τα μέσα του 1975, θα κυκλοφορήσει απ’ τις εκδόσεις Κάκτος, ο 2ος τόμος του.
Οι… γαλατάκηδες
Στο μεταξύ, θα κυκλοφορήσει (σαν το «ελλείψαν παιγνιόχαρτο») ανάμεσα του 1ου και του 2ου «Η τράπουλα». Εναν 3ο τόμο τον γράφω ακόμα. Αμα τελειώσει, θα πάρει κι’ αυτός την αράδα του. Για το «ταχύ» παρόν, γράφω έναν άλλο (αδελφό τής «Τράπουλας»), τους … «Γαλατάδες». Τι είναι αυτό; Να σας πω: Κατά το «Δυτικό – λεγόμενον – τρόπο του ζην», Δημοκρατία θα πει: Οταν ακούς πρωί – πρωί, χτυπήματα στην πόρτα σου, να ξέρεις ότι είναι ο γαλατάς κι όχι ο χωροφύλακας! Ωραίο δεν είναι; Γι’ αυτούς λοιπόν τους γαλατάδες (και τους … γαλατάκηδες) ο λόγος. Θα δούμε…
Αλλά σεις μ’ αρωτάτε και για την ακριβή ηλικία μου και τον τόπο της γέννησής μου (που –ξανά- να μην έσωνα). Σας στέλνω λοιπόν φωτοτυπία σχετικού πιστοποιητικού. Αυτά.
Το τελευταίο το αναφέρει επειδή αναγράφονται διαφορετικές χρονολογίες γέννησης, ενώ αποκαλείται Χαλκιδαίος (η πόλη που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του). Σύμφωνα ωστόσο με το σχετικό πιστοποιητικό, γεννήθηκε στην κοινότητα Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, με αύξοντα αριθμό 17, το 1893. Αυτά…)
