Η πιο πρόσφατη απόδειξη επ’ αυτού είναι ένα τηλεοπτικό πλάνο από τη μετάδοση του τελευταίου αγώνα του «δικεφάλου του Βορρά» με τον Απόλλωνα Σμύρνης στη Ριζούπολη. Η κάμερα εστίασε στους ποδοσφαιριστές που αποτελούσαν τις εναλλακτικές λύσεις του Ραζβάν Λουτσέσκου και το σχόλιο κάθε απλού φιλάθλου έβγαινε αυθόρμητα: «Αυτοί οι παίκτες θα μπορούσαν να αποτελούν τον κορμό μιας οποιασδήποτε άλλης ελληνικής ομάδας».
Δίπλα δίπλα κάθονταν δύο παίκτες με συμβόλαιο άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ ετησίως (Ινγκασον και Ελ Καντουρί), τρεις με ρήτρα αποδέσμευσης το ποσό των 20 εκατ. ευρώ (Ινγκασον, Ζαμπά και Σφιντέρσκι), ενώ οι έξι από τους επτά (προσθέστε στα ονόματα που ήδη διαβάσατε τους Ρέι και Ενρίκε και κρατήστε εκτός λίστας μόνο τον Σάχοβ) είχαν αποκτηθεί με ποσά από 1,5 εκατ. ευρώ και άνω από άλλους συλλόγους.
Την ίδια ώρα, μένουν εκτός 18άδας σταθερά διεθνείς παίκτες όπως ο Χατσερίντι (με το εντυπωσιακό συμβόλαιο του 1,5 εκατ.), ο Τόσκα, ο Καρέλης και ο Κάνιας, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε κομμάτι του βασικού κορμού της ομάδας του Ραζβάν Λουτσέσκου.
Η επιμονή στην επένδυση εκατομμυρίων που κάνει από το καλοκαίρι του 2012 ο Ιβάν Σαββίδης βρίσκει ανταπόκριση και έτσι ο ΠΑΟΚ καρπώνεται τις λύσεις που του δίνει ο πλουραλισμός λύσεων που διαθέτει σε καίρια σημεία.
Με το βλέμμα στο καλοκαίρι
Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι η διαρκής ενίσχυση δεν έχει στόχο μόνο την κατάκτηση του νταμπλ, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο, την είσοδο στους ομίλους του Champions League. Το εν λόγω σκεπτικό φάνηκε πολύ έντονα στη μεταγραφική περίοδο του καλοκαιριού.
Ο ΠΑΟΚ είχε αποκτήσει σχετικά νωρίς τον Μίσιτς για να καλύψει το πρόβλημα στη μεσαία γραμμή που δημιούργησε ο σοβαρός τραυματισμός του Βέρνμπλουμ και αγόρασε τα δικαιώματα του Σφιντέρσκι για να απαντήσει στο ερώτημα «πώς μπορεί να καλυφθεί ένα τόσο μεγάλο κενό όπως αυτό που δημιούργησε η αποχώρηση του Πρίγιοβιτς».
Ο ΠΑΟΚ δεν είχε άμεση ανάγκη ούτε τον Γιαννούλη, που διέκοψε τον δανεισμό του στον Ατρόμητο για να γίνει και πάλι κάτοικος Τούμπας, ούτε τον Ενρίκε, που επέστρεψε για να δοκιμάσει την καθιέρωσή του στην ομάδα για τρίτη φορά, ούτε τη μεταγραφή του Ινγκασον και τον δανεισμό του Ολιβέιρα.
Το πρωτάθλημα θα μπορούσε να το κατακτήσει και χωρίς αυτούς, αφού άλλωστε οι συγκεκριμένοι παίκτες πολύ λίγο βοήθησαν για να βρίσκεται ο ΠΑΟΚ στο +9 (επί της ουσίας +11 αν δεν υπολογίσουμε τους δύο βαθμούς που αφαιρέθηκαν από τον ΠΑΟΚ λόγω της τιμωρίας του από την περσινή σεζόν) από τον Ολυμπιακό.
Ολες οι παραπάνω κινήσεις εντάσσονται στο πλαίσιο αποφάσεων που πήραν μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις ο Ιβάν Σαββίδης και ο Ραζβάν Λουτσέσκου.
Εχοντας πρόσφατη την εμπειρία των προκριματικών του Champions League, κατέληξαν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η ομάδα που θα διεκδικήσει τον μεγαλεπήβολο όσο και απαραίτητο για έναν σύλλογο του μεγέθους του ΠΑΟΚ στόχο της πρόκρισης στους ομίλους του Champions League θα πρέπει να είναι έτοιμη κατά 70-80% από τη φετινή σεζόν.
Με αυτό το σκεπτικό, ο Ινγκασον κερδίζει τον χρόνο προσαρμογής που είναι απαραίτητος για κάθε παίκτη, ο ΠΑΟΚ έχει την άνεση να «ψήσει» τον Ολιβέιρα με την προοπτική να ηγηθεί της προσπάθειας για τη χρυσοφόρα πρόκριση και ο Γιαννούλης να δουλέψει δίπλα σε έναν ποδοσφαιριστή με τεράστιες παραστάσεις όπως ο Αντελίνο Βιεϊρίνια.
Προφανώς, θα επιχειρηθεί να λυθούν εκκρεμότητες και να αποχωρήσουν παίκτες με πολύ υψηλά συμβόλαια αλλά ελάχιστη προσφορά, όπως και να ‘χει όμως, ο ΠΑΟΚ του Champions League έχει ανάγκη και από εναλλακτικές λύσεις για να μπορέσει του χρόνου να προχωρήσει στην Ευρώπη χωρίς να κάνει γκέλες εντός συνόρων.
Η πιο μεγάλη επιτυχία, η διαχείριση
Κλείνοντας την αναφορά στο κεφάλαιο «πάγκος του ΠΑΟΚ», οφείλουμε να υπογραμμίσουμε τον σημαντικό ρόλο του Ραζβάν Λουτσέσκου, που καταφέρνει να διαχειρίζεται σχεδόν άψογα το πλούσιο έμψυχο δυναμικό της ομάδας του χωρίς παραπονούμενους και την αδικία να εισχωρεί στα αποδυτήριά της.
Αυτή σαφέστατα είναι και η μεγαλύτερη συμβολή του στην πετυχημένη πορεία της ομάδας της Θεσσαλονίκης, μαζί βέβαια με το πολύ πειστικό για τη δυναμική της ποδόσφαιρο που αποδίδει σχεδόν σε κάθε ματς.
