Θετικές είναι οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ελληνική οικονομία που εμπεριέχονται σε σχετική έκθεση του ΔΝΤ, η οποία δημοσιοποιήθηκε σήμερα (Παρασκευή).
Στην έκθεση, το Ταμείο εκφράζει την αισιοδοξία του για τις προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης της Ελλάδας για το τρέχον έτος, αναμένοντας από την ελληνική οικονομία να αναπτυχθεί κατά 2,4% κατά τη φετινή χρονιά (δηλαδή το 2019), από 2,1% το προηγούμενο έτος (το 2018).
Επίσης, υπογραμμίζεται ότι παραμένει ισχυρή η μεσοπρόθεσμη ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει τους πιστωτές της (δηλαδή, κυρίως τους Ευρωπαίους εταίρους της και το ΔΝΤ).
Την ίδια στιγμή, βεβαίως, το Ταμείο παροτρύνει την Αθήνα να παραμείνει συνεπής στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να διατηρηθεί η συγκεκριμένη δυναμική.
Επίσης, σημειώνει ότι η Ελλάδα (που «εγκατέλειψε» τα μνημονιακά προγράμματα μόλις τον περασμένο Αύγουστο) παραμένει ευάλωτη σε πιθανή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και -μοιραία- θα πρέπει να προωθήσει τις προγραμματισμένες μεταρρυθμίσεις, ιδίως για να καταστήσει πιο ευέλικτη την αγορά εργασίας.
Στο επίκεντρο τα «κόκκινα» δάνεια και ο νόμος Κατσέλη
Σημειώνεται ότι η έκθεση αυτή του ΔΝΤ έρχεται μετά τις πενθήμερες συνομιλίες που είχαν οι εκπρόσωποι των θεσμών με αξιωματούχους στην Αθήνα, για την αξιολόγηση της οικονομίας στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής παρακολούθησης. Όπως ανέφερε κυβερνητικός αξιωματούχος, οι συζητήσεις πήγαν «παρά πολύ καλά».
«Είναι ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο, με διαφορετικές απόψεις, αλλά όχι αντιπαραθέσεις», είπε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι το ποσοστό της αύξησης του κατώτατου μισθού αποτελεί δικαιοδοσία της κυβέρνησης.
Κατά τη σημερινή επισκόπηση, το πλέον σημαντικό ζήτημα ήταν, κατά τον ίδιο παράγοντα, το πλαίσιο που θα αντικαταστήσει τον «νόμο Κατσέλη». «Είχαμε πολύ καλές συζητήσεις και χθες και προχθές, καθώς είναι το ζητούμενο και το επίδικο. Είναι κάποιες άλλες λεπτομέρειες που θέλουν δουλειά. Πάντα χρειάζεται δουλειά από την κυβέρνηση σε αυτά τα θέματα. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο», ανέφερε.
Ο εν λόγω αξιωματούχος είπε επίσης ότι συζητήθηκε και το ρίσκο που υπάρχει από κάποιες δικαστικές αποφάσεις, αλλά δήλωσε ότι δεν ανησυχεί. «Δεν είναι κάτι που μας ανησυχεί για τους επόμενους 3 μήνες, τον επόμενο χρόνο, τα επόμενα δύο χρόνια», ανέφερε. Επεσήμανε δε, πως «θα δούμε με τρόπο συνεργατικό, όταν και εάν γίνουν αυτά και καταγραφούν, πώς αντιμετωπίζονται. Θα αντιμετωπιστούν διαφορετικά εάν θα είναι εφαπαξ (σ.σ. π.χ. επιστροφή αναδρομκών) ή με μόνιμα μέτρα (σ.σ. π.χ. επαναφορά εφεξής των επιδομάτων), εάν θα είναι μεγάλο ή μικρό το ποσό». Πρόσθεσε δε ότι «και αυτοί (σ.σ. οι θεσμοί) καταλαβαίνουν ότι άλλο είναι κάτι που είναι εξωγενές, που δεν είναι στη δική σου ευθύνη και άλλο είναι κάτι που είναι ενδογενές στην πολιτική της κυβέρνησης».
Σχετικά με το σχέδιο της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων, ο κυβερνητικός παράγοντας δήλωσε ότι συζητήθηκε με τους επικεφαλής των κλιμακίων, αν και δεν εντάσσεται στη β’ αξιολόγηση. «Ελπίζω μέσα στις επόμενες εβδομάδες να ανακοινώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες. Όταν το σχέδιο είναι έτοιμο θα πάμε στη DGComp (Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν). Το συζητήσαμε γιατί θέλουμε τις ιδέες τους και τις απόψεις τους», επεσήμανε.
Τέλος, απάντησε καταφατικά όταν ρωτήθηκε εάν είναι αισιόδοξος για την εκταμίευση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν η ΕΚΤ και οι ευρωπαϊκές εθνικές τράπεζες (ANFAs και SNPs).
Με πληροφορίες από AP, ΑΠΕ-ΜΠΕ
