ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τηλέφωνο έφερε τα δυσάρεστα νέα. Ο Χρήστος Αγγελάκος πέθανε, μου είπαν. Είναι δύσκολο πολύ να αποχαιρετήσεις δημοσίως έναν αγαπημένο σου άνθρωπο. Τι να πρωτογράψεις; «Θα είμαι συγκρατημένη», λέω στον εαυτό μου. Θα γράψω πόσο ιδιαίτερος συγγραφέας ήταν, για τα χρόνια στο Παρίσι και τις βραδιές με τις ατέλειωτες συζητήσεις που έκανε με την γυναίκα του Αρη Αλεξάνδρου σ’ εκείνη τη σοφίτα, για «Το δάσος των παιδιών» που κέρδισε το βραβείο των «Δεκάτων», για τα θεατρικά του «Οι δυο μας τώρα», «Ηταν ένας και δεν ήταν κανένας» που τα αγαπούσε πολύ, για τα πολλά κείμενά του σε περιοδικά, κυριακάτικες εφημερίδες και συλλογικές εκδόσεις, για τις εκπομπές και τα πολλά πολλά βιβλία που διάβαζε… «Ηταν, έγραψε, αγαπούσε», να η πρώτη ρωγμή στο ψύχραιμο κείμενο, ο παρελθοντικός χρόνος.

Η «σκληρή» γραμματική που κάνει τα πράγματα οριστικά και αμετάκλητα.

Εφυγε δηλαδή. Δεν είναι ανάμεσά μας. Μα εμείς, παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι του, σχεδιάζαμε βιβλία, ταξίδια, γιορτές… Πρώτη μου σκέψη στην Τζένη, τη γυναίκα του. Και μετά στον Κυριάκο, τον αδερφό του. Περισσότερο όμως σκέφτομαι τον γιο του τον Αλέξη. Κι ύστερα, για κάποιο λόγο που το μυαλό δεν ορίζει, τους ήρωες του τελευταίου βιβλίου του «Ψεύτικοι δίδυμοι».

Γράφει: «Παίρνεις τη μία συλλαβή εσύ, παίρνω κι εγώ την άλλη και συναντιόμαστε στη μέση. Ούτε Ελλάδα ούτε Βουλγαρία, το ψεύτικο επίθετο είναι ο τόπος της μαντεψιάς. Θα παίζουμε το παιχνίδι με τις μαντεψιές τα βράδια με τον Γιώργη, μέχρι να ξημερώσει. Θα μαντεύουμε τι χρώμα έχουν την άνοιξη οι βροχές, εγώ θα ποντάρω στο μελί κι ας χάνω. Και μετά θα μαντεύουμε τη θάλασσα, και το τελευταίο νούμερο στις πινακίδες των αυτοκινήτων που γκαζώνουν στην παραλιακή, και τι χρώμα εσώρουχα φοράνε τα κορίτσια στη Σπιανάδα. Θα δεις, θα το γουστάρετε κι εσείς. Οι μαντεψιές είναι οι στάχτες της προηγούμενης ζωής, φυσάει στο παρελθόν κι έρχονται και μας βρίσκουν…».

Θέλω κι εγώ να κάνω μια μαντεψιά. Να είσαι λέει τώρα κάπου, ελεύθερος, απαλλαγμένος από τον βαρύ μανδύα της δύσκολης αρρώστιας που σου φόρεσε με το έτσι θέλω μια μοίρα σκληρή, και να κάνεις αυτό που σου άρεσε περισσότερο. Να γράφεις. Στην τελευταία μας συνέντευξη σε ρωτάω: «Λες κάπου “η ευτυχία είναι μοιραία”. Αν υπάρχει ευτυχία, πώς θα την όριζες;» Μου απαντάς: «Το να αφήνεσαι στον άλλον. Πηγαίνεις δίπλα του, ακουμπάς το κεφάλι σου στον ώμο του. Φέτος συνειδητοποίησα πως είμαι ευτυχισμένος όταν γράφω. Η ευτυχία μπορεί να είναι μοναχική, αρκεί να είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία…».

Και επίσης να συναντάς εκεί ήρωες ταινιών, ρόλους που αγαπούσες, γιατί σε ρώτησα μετά: «Αν μπορούσες να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο, όπως έχεις εμένα απέναντί σου, ποιον θα επέλεγες σ’ αυτή τη φάση της ζωής σου;» Και μου είπες: «Θα ήθελα να κουβεντιάζω με ήρωες της οθόνης. Με τον Αλέν Ντελόν στον “Σαμουράι”, με τον Αλμπερτ Φίνεϊ στο “Κάτω από το ηφαίστειο”, με την Τζίνα Ρόουλαντς στο “Μια γυναίκα υπό την επήρεια”»… – «Φανταστικά πρόσωπα όλα…». «Ναι, αλλά με αίμα στις φλέβες τους. Δεν τους αρκεί το πανί, κατεβαίνουν κι έρχονται δίπλα σου, γύρω σου, μέσα σου…».

Πώς έγινε και κατέληξε τούτο το κείμενο να είναι ένας διάλογος μαζί σου; Δεν το κατάλαβα, ίσως γιατί είσαι ακόμα δίπλα μου, γύρω μου, μέσα μου. Σου άρεσαν οι άνθρωποι, είναι πολλοί αυτοί που θα τους λείψει η ζεστασιά και η σπιρτάδα του μυαλού σου. Δύσκολο να σε αποχωριστούμε. Κρατάω ζωντανά τα τελευταία «σ’ αγαπώ, φίλη μου» «κι εγώ, φίλε μου» που είπαμε στο τηλέφωνο. Αλλα δεν μπορώ να πω. Αλλα δεν μπορώ να γράψω.