Το κρατικό ραδιόφωνο της Κύπρου ΡΙΚ μετέδιδε πρωί πρωί της Κυριακής 20 Ιανουαρίου την είδηση -ως να ήταν προαγγελία για λαϊκή κινητοποίηση- για το «ογκώδες» συλλαλητήριο που θα οργανωνόταν αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας στο Σύνταγμα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η είδηση περιελάμβανε πληροφορίες για τις οργανώσεις και τον αριθμό των λεωφορείων!
Ο εκφωνητής ανακοίνωσε επίσης στοιχεία από έρευνα που δημοσίευσε ανήμερα του συλλαλητηρίου το «Πρώτο Θέμα» ότι «δύο στους τρεις Ελληνες αποκηρύσσουν τη συμφωνία». Ακολούθησε άλλη είδηση -η τρίτη στη σειρά- με αναφορά σε δηλώσεις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα γύρω από την αναγκαιότητα κύρωσης της συμφωνίας για την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία».
Η κοινή γνώμη στην Κύπρο παρακολουθεί τη μακρόσυρτη διπλωματική διένεξη γύρω από το «Μακεδονικό» εδώ και δύο δεκαετίες ως «αλληλέγγυο τμήμα του έθνους». Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η διένεξη για την ονομασία οδήγησε στους δρόμους και τους Κυπρίους, όπως συνέβη με τη διασπορά του Ελληνισμού. Στο ηλεκτρισμένο περιβάλλον της εποχής σχεδόν κανείς Κύπριος δεν ήθελε να ακούσει για τη συμβιβαστική πρόταση της πορτογαλικής προεδρίας της Ε.Ε., το πακέτο Πινέιρο. Υπήρξε όμως στη Λευκωσία μια αισθητά διαφορετική άποψη και αυτή εκφράστηκε από τον τότε πρόεδρο Γιώργο Βασιλείου (1988-1993) σε συνέντευξή του σε αθηναϊκή εφημερίδα («To Βήμα»).
Ηταν η εποχή του ολικού μετασχηματισμού της Ευρώπης, αναπτύχθηκαν οι πρώτες συζητήσεις για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΟΚ και ο πρόεδρος Γ. Βασιλείου επιδίωκε εναγωνίως να επαναφέρει στο προσκήνιο το Κυπριακό ζητώντας τη στήριξη της ελληνικής διπλωματίας. Στο ερώτημα για το Μακεδονικό ο Γ. Βασιλείου είχε εισηγηθεί ανοίγματα προς τους Σκοπιανούς, ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων και αξιοποίηση της συγκυρίας για να επεκταθεί η οικονομική επιρροή της Ελλάδας στα Βαλκάνια. Ελεγε εν ολίγοις αποφυγή της διπλωματικής ρήξης για την ονομασία.
Στα πολλά χρόνια που πέρασαν το «Μακεδονικό» δεν χρειάστηκε περίσσευμα «αιρετικής» σκέψης ανάμεσα στους Κυπρίους. Μπήκε στο ράφι και ταξινομήθηκε με τα υπόλοιπα «εθνικά θέματα», αποκτώντας για αρκετό χρόνο χαρακτηριστικά ανάλογα με αυτά που καλλιεργήθηκαν για χρόνια στο Κυπριακό.
Ομως τα πράγματα άλλαξαν τους τελευταίους μήνες, ο πρωθυπουργός Ζάεφ έκανε στροφή σε σχέση με τους προκατόχους του και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για έναν λογικό συμβιβασμό με την Αθήνα. Η αναζήτηση λύσης με σύνθετη ονομασία, η γεωστρατηγική αναγκαιότητα της Δύσης, η σοβαρή απειλή αποσταθεροποίησης και η επικέντρωση των διαπραγματεύσεων Αθήνας – Σκοπίων σε μια συνθήκη που αντιμετωπίζει όλα τα ουσιώδη ζητήματα της διαφωνίας, ήταν φυσιολογικό να αιφνιδιάσουν τους Κυπρίους.
Ο πρώτος μεγάλος αιφνιδιασμός για τη Λευκωσία ήταν η σύγκρουση της κυβέρνησης Τσίπρα με τη Μόσχα. Η κυπριακή κοινή γνώμη άκουσε με ενδιαφέρον την απέλαση Ρώσων διπλωματών και τις πληροφορίες για τη χρηματοδότηση κομμάτων και οργανώσεων με ρωσικό χρήμα. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν συνειρμούς για αντίστοιχες, αν όχι χειρότερες πρακτικές (διαφθορά, βρόμικο χρήμα) από τη ρωσική ανάμιξη στην Κύπρο.
Ο μύθος για τις «θέσεις αρχών της Ρωσίας υπέρ των εθνικών θεμάτων» αμφισβητήθηκε σοβαρά. Πριν από δύο μήνες η κυπριακή κοινή γνώμη δέχτηκε νέα ψυχρολουσία από μια βάναυση αντίδραση της Μόσχας στο άκουσμα και μόνο της φήμης που «διέδιδε» το υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου -για δικούς του επικοινωνιακούς λόγους- ότι η Κύπρος αναπτύσσει προνομιακές σχέσεις με το ΝΑΤΟ.
Η πρόοδος των διαπραγματεύσεων, αλλά περισσότερο η αίσια κατάληξη στη Συνθήκη των Πρεσπών αποτέλεσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη για τη Λευκωσία. Οταν ήρθαν τα πρώτα νέα για τη διπλωματική κινητικότητα Αθηνών – Σκοπίων στο θέμα της ονομασίας, ο πρόεδρος της Κύπρου Ν. Αναστασιάδης μόλις είχε χάσει στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας μια «ιστορική ευκαιρία» (κατά τον γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες) για την επίλυση του Κυπριακού.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο για να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές (Φεβρουάριος 2018) ο Ν. Αναστασιάδης παρουσίασε το Κυπριακό όπως το ήξερε η κοινή γνώμη του για μισό αιώνα: πλήρες αδιέξοδο λόγω τουρκικής αδιαλλαξίας, απόσυρση όσων συγκλίσεων συμφωνήθηκαν με τον Μ. Ακιντζί, επαναφορά της εθνικιστικής ρητορικής. Αυτή τη στιγμή -δύο χρόνια μετά- δεν υπάρχει καμία διαδικασία διαπραγμάτευσης, ενώ οι συζητήσεις περιστρέφονται παρασκηνιακά γύρω από το χειρότερο σενάριο: διχοτόμηση και «δύο κράτη».
Τέλος στον… μακροχρόνιο
Το «Μακεδονικό» πήρε άλλη πορεία, οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε αίσιο τέλος και, αντίθετα με το Κυπριακό, δεν απαιτεί «νέο μακροχρόνιο αγώνα» που ήταν η γραμμή της Κύπρου τη δεκαετία του… ’80. Είναι δε πολύ πιθανόν με την επικύρωση της Συνθήκης των Πρεσπών από τη Βουλή των Ελλήνων η κυπριακή κοινή γνώμη να παρακολουθήσει τους επόμενους μήνες και χρόνια την εξομάλυνση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βόρεια Μακεδονία.
Είναι επίσης πιθανόν με τη διαδικασία ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. να δημιουργηθούν συνθήκες σταθερότητας ιδιαίτερα επωφελείς για την Ελλάδα στα Βαλκάνια. Τότε άλλο ένα «εθνικό θέμα» θα πάψει να τροφοδοτεί τις τυχοδιωκτικές καριέρες στην Αθήνα και τη Λευκωσία και θα επιτρέψει στα δύο κράτη-μέλη της Ε.Ε. τουλάχιστον να επικεντρωθούν σε ζωτικότερα για το μέλλον τους ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
