«Έβγαλα το πιστόλι και το έστρεψα προς την Τζαβέλλα, κρατώντας το χαμηλά και δεξιά μου για να το βλέπουν. Φώναξα “πίσω” και έβρισα κάποιες φορές. Με την άκρη του ματιού μου είδα “άτομα” να έρχονται από την οδό Κωλέττη. Ένιωσα εγκλωβισμένος. Η επιθετικότητα ήταν πολύ μεγάλη. Σήκωσα το περίστροφο και πυροβόλησα δύο φορές στον αέρα», ανέφερε σήμερα ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας ο Επαμεινώνδας Κορκονέας περιγράφοντας τη στιγμή που πυροβόλησε και σκότωσε τον Αλέξη Γρηγορόπουλο.
Ήταν μία από τις διαφοροποιήσεις στην απολογία του σε σχέση με τις αρχικές περιγραφές καθώς ουδέποτε μέχρι τώρα είχε αναφέρει ότι κράτησε το όπλο χαμηλά και στραμμένο προς την Τζαβέλλα, ενώ πρωτόδικα είχε πει μεταξύ άλλων ότι έβλεπε την κάνη του πιστολιού μπροστά του την ώρα που πυροβολούσε και δεν έχει αναφέρει ότι κράτησε για λίγο το όπλο στραμμένο προς την Τζαβέλλα.
Ωστόσο παρά τις επίμονες ερωτήσεις της έδρας αλλά και της πολιτικής αγωγής δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς η μοιραία σφαίρα κινήθηκε σχεδόν οριζόντια, με μια μικρή κατωφέρεια, και αφού χτύπησε την τσιμεντένια μπάλα καρφώθηκε στην καρδιά του 16χρονου Αλέξη.
Δήλωσε ότι δεν υπήρξε τρίτος πυροβολισμός –χωρίς ωστόσο να είναι κατηγορηματικός–, αμφισβήτησε ευθέως το βίντεο όπου έχει καταγραφεί το περιστατικό και παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, ενώ σχετικά με την επικινδυνότητα των πυροβολισμών έστω και στον αέρα σε κατοικημένη περιοχή ανέφερε ότι πίστεψε πως «η σφαίρα αν χτυπούσε σε κάποιο κτίριο “θα την απορροφούσε ο σοβάς”».
Οι αντιδράσεις πολιτικής αγωγής και του Νίκου Κωνσταντόπουλου απέναντι στα όσα ανέφερε Επαμεινώνδας Κορκονέας στην απολογία του ήταν ιδιαίτερα έντονη κάνοντας λόγο για πληθώρα αντιφάσεων αλλά και για διάφορα σενάρια που έχουν παρουσιαστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Στην έναρξη της απολογίας του ο ειδικός φρουρός ισχυρίστηκε ότι «η συγγνώμη, η λύπη και όλα όσα αισθάνομαι δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια. Μακάρι να μπορούσα να αλλάξω τα πάντα. Αλλά ξέρω ότι αυτό δε γίνεται. Δε είναι εφικτό. Είναι φοβερό πράγμα να σκοτωθεί ένα παιδί. Κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό μου. Κάθε φορά που βλέπω παιδί. Η καρδιά μου γίνεται κομμάτια εκείνη τη μέρα. Θα ήθελα να μιλήσω με τη μάνα και την αδελφή κάποτε».
Υποστήριξε παράλληλα ότι αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω δεν θα πήγαινε ποτέ στο περιστατικού, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι δεν άκουσε κάτι για τραυματισμό για κλήση ασθενοφόρου την ώρα που αποχωρούσε.
Σε αρκετές περιπτώσεις επιχείρησε να καλύψει συνάδελφό του, Βασίλη Σαραλιώτη, που ήταν μαζί του εκείνη τη νύχτα, ενώ δεν μπόρεσε να δώσει σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις της έδρας για το γεγονός ότι δεν ακολούθησε τις εντολές να απεμπλακούν από το σημείο.
