Αν στην ιστορία κάθε επιστήμης υπάρχουν λίγες χρονολογίες ορόσημα, τότε το 1953 αποτελεί ασφαλώς ορόσημο όχι μόνο για τη βιολογία αλλά και για την ανθρώπινη γνωστική περιπέτεια συνολικά. Τη χρονιά αυτή, ο Αμερικανός Τζέιμς Γουάτσον (J. Watson) και ο Φράνσις Κρικ (F. Crick) ανακάλυψαν -με την αποφασιστική συμβολή της Ρόζαλιντ Φράνκλιν (Rosalind Franklin)- ότι η διπλή έλικα του DNA είναι το χημικό μόριο που περιέχει τις απαραίτητες γενετικές πληροφορίες για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή κάθε οργανισμού, από τα μικρόβια μέχρι τους ανθρώπους.
Με αυτή την απρόσμενη ανακάλυψη εγκαινιάζεται ένα ολότελα νέο ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο έκτοτε επιχειρεί να εξηγήσει αποκλειστικά σε μοριακό επίπεδο όλα σχεδόν τα πολύπλοκα βιολογικά φαινόμενα. Πρόκειται για το κυρίαρχο πρόγραμμα της Μοριακής Βιολογίας, που θεωρεί τη μοριακή προσέγγιση ως τη «βασιλική οδό» για την αποκάλυψη των επτασφράγιστων, μέχρι τότε, μυστικών της ζωής.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, οι κατά καιρούς ρατσιστικές δηλώσεις του Τζέιμς Γουάτσον προκάλεσαν και προκαλούν σφοδρότατες αντιδράσεις, ακόμη και μεταξύ των πιο στενών συνεργατών του.
Οπως συνέβη, πριν από μία εβδομάδα, όταν σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του στη δημοφιλή στις ΗΠΑ εκπομπή «American Masters» υποστήριξε ότι «οι κατά μέσο όρο διαφορές μεταξύ λευκών και μαύρων που καταγράφονται από τον Δείκτη Νοημοσύνης (IQ) είναι υπαρκτές και οφείλονται σε γενετικές διαφορές».
Η αντίδραση των ερευνητών του περίφημου ερευνητικού κέντρου των ΗΠΑ Cold Spring Harbor Laboratory, που επί δεκαετίες διηύθυνε ο Γουάτσον, υπήρξε άμεση: όλοι οι ερευνητές απορρίπτουν τους αυθαίρετους ρατσιστικούς ισχυρισμούς του Γουάτσον, τους οποίους θεωρούν ότι είναι εντελώς ανεπιβεβαίωτοι επιστημονικά, οπότε και ζήτησαν με επίσημη απόφασή τους να του αφαιρεθούν άμεσα όλοι οι τιμητικοί τίτλοι του επίτιμου προέδρου και του ομότιμου καθηγητή του Ιδρύματος (βλ. Cold Spring Harbor Laboratory).
Για να κατανοήσουμε πόσο δικαιολογημένη είναι η αντίδραση των ερευνητών του Cold Spring Harbor Laboratory στις αντιεπιστημονικές δοξασίες του Τζέιμς Γουάτσον, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι υπάρχουν πολλοί και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους τρόποι καταμέτρησης της ανθρώπινης ευφυΐας. Κανένας όμως από αυτούς δεν θεωρείται σήμερα φερέγγυος επιστημονικά και ουδέτερος κοινωνικά, δηλαδή ανεξάρτητος από τις επιστημονικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις της εποχής.
Ισως γι’ αυτό ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ειδικών αντιμετωπίζει με μεγάλη καχυποψία ή και απορρίπτει ρητά τον μύθο του «Δείκτη Νοημοσύνης» και αμφισβητεί την αξιοπιστία των περισσότερων τεστ νοημοσύνης.
