ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννης Σαρίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ανοιγμα στο Κέντρο» υποσχέθηκαν, έταξαν, προκήρυξαν, ανακοίνωσαν, υποστήριξαν πως θέλουν να κάνουν, τον Σεπτέμβρη, και ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τους άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά, καθώς αυτές τις δηλώσεις τις έκαναν στην πόλη μου, με αφορμή την Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης και πήγα στις ομιλίες και των δύο.

Τώρα, πώς φτάσαμε από το «άνοιγμα στο Κέντρο» να μιλάμε σήμερα για «ακραία πόλωση», για «δύο κόσμους που συγκρούονται», πότε έφτασε να κυριαρχεί πάλι στον πολιτικό λόγο ο εκβιασμός «ή είσαι μαζί μας ή με τους άλλους», θα ήταν απορίας άξιον, αν δεν γνωρίζαμε πόσο βαθιά πληγωμένη είναι η Δημοκρατία στον τόπο μας. Δυστυχώς, ήδη, πριν τους ακούσω και τους δύο τον περασμένο Σεπτέμβρη, γνώριζα πως οι πιθανότητες να σοβαρολογούν ήταν λίγες.

Επειδή όμως είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό πως δεν θα με κάνουν να τα παρατήσω, πως δεν θα φύγω νύχτα σιωπηλός, πως καλύτερα να πέσω μαχόμενος εδώ που βρίσκομαι, παρά να υποχωρήσω έστω και ένα βήμα απ’ όσα μου επιτάσσει η συνείδησή μου, φρόντισα να καταθέσω μια πρόταση νόμου στο ελληνικό Κοινοβούλιο μία ημέρα πριν ξεκινήσουν οι ομιλίες στην ΔΕΘ, την Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2018.

Η πρόταση αυτή έχει να κάνει με ένα και μόνο πράγμα… τη φτώχεια. Θέτει επί της ουσίας ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: Ποιος είναι φτωχός στην Ελλάδα; Ποιον θεωρεί φτωχό το ελληνικό κράτος; Πού βρίσκεται η γραμμή, το όριο της φτώχειας επισήμως για την Ελληνική Δημοκρατία; Με την πρότασή μου, ζητούσα ουσιαστικά να ανοίξει ο διάλογος για τον επαναπροσδιορισμό του ορίου της φτώχειας. Και την πρότασή μου αυτή τη θεωρούσα και εξακολουθώ να τη θεωρώ κατεξοχήν «κεντρώα».

Ο πολιτικός χώρος του Kέντρου διαφέρει από τους άλλους, γιατί βάζει πάνω απ’ όλα την προσπάθεια για επίτευξη συνεργασιών, συναινέσεων, συνεννοήσεων, συγκλίσεων. Επιδιώκει να δώσει βάση σε όσα μας ενώνουν και όχι σε όσα μας χωρίζουν.

Σκέφτηκα, λοιπόν, πως, αν θα μπορούσε κάτι να μας ενώσει όλους στα ζητήματα της οικονομίας, αυτό δεν μπορούσε να είναι άλλο από την αντιμετώπιση της «μνημονιακής φτώχειας», της φτωχοποίησης δηλαδή των Ελλήνων ως τραγικής συνέπειας των Μνημονίων. Πίστευα και πιστεύω πως, για να μπορέσουμε να ανατρέψουμε την τραγική αυτή κατάσταση, θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο πολύ απλό ερώτημα: Ποιος είναι φτωχός; Πώς ορίζεται η φτώχεια;

Αφού λοιπόν τους άκουσα και τους δύο να… ανοίγονται προς το Κέντρο, ξεκίνησα μια πολιτική εκστρατεία ενημέρωσης των πάντων εντός του ελληνικού Κοινοβουλίου για τις λεπτομέρειες της πρότασης αυτής και ζητούσα κυρίως να μου υποδείξουν -αφού την εξετάσουν- τα σημεία που διαφωνούσαν. Κανείς δεν βρέθηκε -ούτε εντός ούτε εκτός Kοινοβουλίου- να μου πει ότι λέω βλακείες ή οτιδήποτε αρνητικό για την πρότασή μου αυτή. Επί τρεις μήνες εγώ και οι συνεργάτες μου δεν σταματήσαμε ούτε στιγμή να παλεύουμε με ό,τι όπλα εγγυάται η Δημοκρατία σε έναν βουλευτή, σε έναν νομοθέτη, όταν αποφασίζει να προτείνει κάτι.

Και φτάνει η ώρα της συζήτησης του προϋπολογισμού… Στα 7 λεπτά, λοιπόν, που μου αναλογούσαν σε χρόνο ομιλίας, στα 7 λεπτά από το ιερό βήμα της Ολομέλειας, στα 7 λεπτά που μου εμπιστεύτηκε και μου εξασφάλισε η Δημοκρατία μας, παρουσίασα για μια ακόμα φορά στους συναδέλφους μου την πρότασή μου αυτή. Παράλληλα, εξήγησα με λίγα λόγια -με σαφήνεια και συντομία- πως υπήρχαν 3 λόγοι για τους οποίους ΔΕΝ μπορούσα να καταψηφίσω τον προϋπολογισμό. Τα ακριβή μου λόγια ήταν τα εξής:

«Κύριοι της κυβέρνησης, υπάρχουν τρεις λόγοι που με εμποδίζουν να καταψηφίσω τον προϋπολογισμό σας, τρία πράγματα που άλλαξαν σε σχέση με τους προηγούμενους που έχω καταψηφίσει: Πρώτον, μετά από χρόνια γράφτηκε στην Ελλάδα, από Ελληνες. Δεύτερον, όσο λίγα και αν δίνει, ‘’ψίχουλα’’ τα έχω χαρακτηρίσει πολλές φορές, δίνει τα περισσότερα εδώ και πολλά χρόνια. Τρίτον, ξεκινά να αποκαθιστά αδικίες και βάζει ένα τέλος στην κατρακύλα της ελληνικής οικονομίας».

Επί μέρες ολόκληρες μετά την ομιλία μου αυτή, άκουσα τα πάντα από τους πάντες. Αυτό που ΔΕΝ άκουσα από κανέναν ήταν ένα αντεπιχείρημα, ένα σχόλιο, μια αμφισβήτηση οποιουδήποτε είδους για τους 3 αυτούς λόγους που παρουσίασα. Κανείς δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των λεγομένων μου. Απολύτως κανείς δεν βρήκε κάτι να με αντικρούσει. Υπέθεσα, λοιπόν, πως οι λόγοι για τους οποίους ΔΕΝ μπορούσα να καταψηφίσω τον προϋπολογισμό είχαν γίνει κατανοητοί και σε έναν βαθμό σεβαστοί.

Οι λόγοι, λοιπόν, που δεν μπορούσα να τον καταψηφίσω ήταν τρεις και τους παρουσίασα ξεκάθαρα από το βήμα της Ολομέλειας. Ο λόγος όμως που τελικά υπερψήφισα τον προϋπολογισμό είναι ένας και είναι εξίσου ξεκάθαρος: η κυβέρνηση, διά των υπουργών της (Δικαιοσύνης και Επικρατείας) και μέσω των από του βήματος τοποθετήσεών τους, έκανε δεκτή σε πρώτη φάση την πρότασή μου και δεσμεύτηκε να τη φέρει στις αρμόδιες επιτροπές σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτό που έγινε, δηλαδή, έγινε θεσμικά, δημόσια, ανοιχτά, δημοκρατικά και ήταν το εξής απλό: Ενας βουλευτής προτείνει κάτι στην κυβέρνηση, που το θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό σε όλα τα επίπεδα: πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό, οικονομικό, ακόμα σε επίπεδο ανθρωπισμού αν θέλετε. Και, στη συνέχεια, με τον ίδιο θεσμικό, δημοκρατικό, ανοιχτό τρόπο, έκανε δεκτή την πρόταση αυτή. Για αυτόν τον λόγο, λοιπόν, υπερψήφισα τον προϋπολογισμό, αποδεχόμενος ως ειλικρινές το «άνοιγμα στο Κέντρο» του πρωθυπουργού.

Και όπως δήλωσα αμέσως μετά την υπερψήφιση του προϋπολογισμού: «Χειροπιαστό άνοιγμα στο Κέντρο είναι η αποδοχή μια πρότασης νόμου. Οχι οι… μεταγραφές που σε υποχρεώνουν να αλλάξεις γνώμη, ούτε τα άνευ όρων κλεισίματα του ματιού σε κομματικά συνέδρια».

Η διχόνοια έχει καταστρέψει πολλές φορές τη χώρα μας. Δεν θα ακολουθήσω κανέναν που προτιμά να διχάσει τους Ελληνες από το να χάσει την καρέκλα του. Θα συνεχίσω να πορεύομαι με σύμβουλο τη συνείδησή μου, πιστός στη Δημοκρατία, στο Σύνταγμα της Ελλάδος, στον κοινοβουλευτισμό. Ο μεγαλύτερος εχθρός της Δημοκρατίας μας είναι η αποχή και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα είναι η διχόνοια.

*Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης – ΕΝΩΣΗΣ ΚΕΝΤΡΩΩΝ