Μια αξέχαστη παραμονή για 3 σκύλους, 3 ανθρώπους κι ένα τζάκι
Το σπίτι μας του Μαραθώνα είχε τελειώσει απ’ τον Αύγουστο του 1990. Δηλαδή είχε «κλείσει» – παράθυρα, τζαμιλίκια, πόρτες. Βγάλαμε όπως όπως το υπόλοιπο καλοκαίρι, με ρεύμα που παίρναμε από διπλανό σπίτι μέσω μιας μπαλαντέζας με 50 μέτρα καλώδιο. Ισα ίσα για το ψυγείο και την τηλεόραση. Βγάλαμε και το φθινόπωρο, μέχρι που άρχισε το κρύο και μαζευτήκαμε ξανά στην Αθήνα.
Καθώς πλησίαζαν οι γιορτές πήραμε τη μεγάλη απόφαση: Θα κάνουμε Χριστούγεννα στον Μαραθώνα! Στην πράξη, όταν δηλαδή πήγαμε και οι 4 -εγώ, η σύζυγος, ο Αρης και το κουτάβι η Φέη- διαπιστώσαμε ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Το σπίτι ήταν μες στην υγρασία, ο κήπος -δηλαδή, το οικόπεδο, διότι κήπος ακόμα δεν υπήρχε- μέσα στη λάσπη, τα χρώματα μύριζαν ακόμα, φράχτης δεν υπήρχε κι έμπαινε όποιος ήθελε.
Αλλά ήταν το σπιτάκι μας, το καμαρώναμε και δεν κάναμε πίσω. Αλλωστε, είχε έρθει και το ρεύμα πια.
Παραμονές Χριστουγέννων ήρθε και μια ανιψούλα μας για μερικές μέρες να κάνει μαζί μας Χριστούγεννα. Λάτρευε τον Αρη και θέλησε να μείνει μαζί του τις Αγιες Μέρες. Ετσι γίναμε πέντε – τρεις άνθρωποι και δύο σκύλοι. Και αρχίσαμε τις ετοιμασίες. Πήραμε πολλά καυσόξυλα και παϊδάκια, πήρα κι ένα πλιάν κρεβάτι και δύο κουβέρτες ακόμα. Το σχέδιο ήταν το εξής:
Θα τη βγάζαμε μπροστά στο τζάκι, θα ψήναμε τα παϊδάκια βλέποντας τηλεόραση και κατά τα μεσάνυχτα, όταν νυστάζαμε εν πάση περιπτώσει, θα κοιμόμασταν εκεί, μπροστά στο τζάκι που θα το είχαμε φουλάρει με ξύλα.
Εγώ στο πλιάν κρεβάτι, η σύζυγος και η ανιψούλα στον τεράστιο χτιστό καναπέ με τα μεγάλα μαξιλάρια. Ο Αρης κι η Φέη θα βολεύονταν σ’ ένα χαλάκι, μια φλοκάτη, κοντά στο τζάκι κι αυτά. Υπέροχα!
Το απόγευμα της παραμονής ο Αρης μάς έφερε κι έναν φίλο του απ’ τη γειτονιά, τον Μπόμπη. Εναν νεαρό «λύκο» που τον είχε σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε.
Ο Μπόμπης ζούσε σ’ ένα γιαπί εκεί κοντά και μόλις έμαθε ότι θα ψήναμε παϊδάκια στο τζάκι πέταξε απ’ τη χαρά του. Τον βάλαμε μέσα κι αυτόν, μη μείνει μόνος του στο ξεροβόρι χριστουγεννιάτικα. Αλλωστε, όλοι οι καλοί χωράνε. Και γίναμε έξι: τρεις εμείς και τρεις οι σκύλοι.
Το βράδυ της παραμονής ήταν αξέχαστο: εγώ είχα αναλάβει τον Μπόμπη, η γυναίκα μου τον Αρη και η Αθηνά, η ανιψούλα, τη Φέη. Μια μπουκιά εμείς, μια μπουκιά κι αυτά. Μιλάμε για γλέντια!
Μετά, είδαμε τηλεόραση και, όταν γλαρώσαμε, ξαπλώσαμε. Και να δεις που είχε ζεστάνει ο χώρος απ’ τη δυνατή φωτιά που έκαιγε απ’ το μεσημέρι. Είχαν θαμπώσει και τα τζάμια, μιας και έξω είχε ψοφόκρυο.
Ξύπνησα πρώτος, γύρω στις 7. Ξεσκέπαστος. Ο Αρης είχε κάνει κρεβάτι του την κουβέρτα μου, που προφανώς είχε πέσει καθώς άλλαζα πλευρό το βράδυ.
Ο Μπόμπης κοιμόταν μπροστά στο τζάκι – σχεδόν μέσα. Η συμβία μου κοιμόταν του καλού καιρού, το ίδιο και η Αθηνά, η οποία είχε αγκαλιά τη Φέη – το μουσουδάκι της μόλις που έβγαινε απ’ την κουβέρτα.
Εξω μόλις είχε ξημερώσει. Εβγαλα τον Αρη και τον Μπόμπη έξω για τα σχετικά, τίναξα την κουβέρτα μου, γέμισα ξύλα το τζάκι, έφτιαξα τις κουβέρτες της Αθηνάς και της γυναίκας μου και ξανακοιμήθηκα.
Αυτή ήταν η πρώτη -και ηρωική!- παραμονή Χριστουγέννων μας στον Μαραθώνα.
