Οι έρευνες για το πιο θανατηφόρο ναυάγιο της Μεσογείου στις 18 Απριλίου 2015 αποκαλύπτουν ότι τα θύματα ήταν πολλά περισσότερα, καθώς ο τραγικός απολογισμός των 800 νεκρών φτάνει σχεδόν τους 1.100.
Η διαφορά μέχρι και 300 θανάτων δείχνει τον «κρυφό» φόρο αίματος της μετανάστευσης στο βυθό των θαλασσών, που συνήθως δεν γίνεται γνωστός. Σύμφωνα με το Associated Press, τουλάχιστον 62.284 άνθρωποι έχουν πεθάνει ή εξαφανιστεί παγκοσμίως από το 2014. Ο αριθμός είναι πάνω από τον διπλάσιο των μοναδικών επίσημων στοιχείων του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης.
Επίσης, η ανακάλυψη καθιστά ακόμα πιο δύσκολο το έργο των δύο ερευνητών εγκληματολογίας, ενός άνδρα στην Αφρική και μιας γυναίκας σε πανεπιστημιακό εργαστήριο της Ιταλίας, να κρατήσουν την υπόσχεση της Ρώμης να ονομάσει όλα τα θύματα.
Τo δημοσίευμα αναφέρει ότι αυτό έγινε πριν η Ρώμη, και άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιορίσουν τη χρηματοδότηση για στήριξη των επιζώντων, πόσο μάλλον τα έξοδα για πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν πεθάνει.
Μετά τη βύθιση του σκάφους, ο τότε πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι είχε δεσμευτεί να δώσει στους μετανάστες την ταυτότητά τους πίσω. Για μια σύντομη αναλαμπή έκανε λόγο ερευνήτρια Κριστιάνα Κατανέο, η οποία εργάζεται για την υπόθεση χωρίς αμοιβή, σχολιάζοντας την αντιμεταναστευτική στάση της σημερινής ιταλικής κυβέρνησης.
Ο συνεργάτης, Χοσέ Πάμπλο Μπαραϊμπάρ, ένας Περουβιανός εγκληματολόγος ανθρωπολόγος από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, συγκεντρώνει DNA από πιθανούς συγγενείς στην Αφρική.
Πολλοί Ιταλοί αποκαλούν σήμερα το συγκεκριμένο ναυάγιο «peschereccio» από το όνομα του αλιευτικού σκάφους. Οι μετανάστες που επέβαιναν σε αυτό κατάγονταν από περίπου 20 χώρες, από το Μπαγκλαντές μέχρι τη Μαυριτανία, σύμφωνα με πληροφορίες των δύο ερευνητών, έγγραφα της ιταλικής κυβέρνησης και αναφορές επιζώντων.
Μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια υπάρχουν ακόμα οικογένειες, οι οποίες φοβούνται ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα ήταν μεταξύ των νεκρών, αλλά δεν μπορούν να το ξέρουν.
Ένας πατέρας δήλωσε ότι ο γιος του επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά για του πει ότι σύντομα θα έφευγε για την Ευρώπη. Κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον άκουσε. «Ξέρω ότι αν είναι νεκρός, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο που μπορώ να κάνω. Αλλά αφήστε με να ξέρω. Είναι ζωντανός; Είναι νεκρός;» είχε πει όταν έγινε το ναυάγιο.
Το υπερπλήρες πλεούμενο διένυσε 77 ναυτικά μίλια από τις ακτές της Λιβύης, πριν ξεκινήσει να βυθίζεται, ενώ χρειάστηκε ένας χρόνος να ανασυρθεί από το βυθό της θάλασσας ό,τι είχε μείνει από αυτό.
Αρχικά 24 πτώματα βρέθηκαν στα νερά της Μάλτας, η οποία όμως δεν θα δεχόταν τους 28 επιζώντες που στη συνέχεια είχαν διασωθεί από την ιταλική ακτοφυλακή και βρίσκονταν στην Κατάνια της Σικελίας, όπου κατά τον ελλιμενισμό του μέσα στη νύχτα, πλήθος εθελοντών έριξε λουλούδια και βοήθησε στην περίθαλψη των διασωθέντων.
Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε αυτό το μήνα η Κατανέο περιέγραψε «ένα “χαλί” ανθρώπινων σωμάτων (…) σχεδόν όλοι με το πρόσωπο προς τα κάτω, μερικοί σε εμβρυϊκή θέση, πολλοί πρησμένοι και σε σήψη».
Ο Μπαραϊμπάρ ξεκίνησε την έρευνά του με τα ονόματα 27 νέων ανδρών από τη Μαυριτανία, οι οικογένειες των οποίων είχαν αναφέρει στον Ερυθρό Σταυρό ότι αγνοούνταν από τον Απρίλιο του 2015. «Δεν μπορείτε να τους πείτε απλά μια ιστορία. Δεν είστε εκεί για να τους δώσετε έναν σάκο με τη σορό ή να τους δώσετε χρήματα», είπε ο Μπαραϊμπάρ.
Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στη Μαυριτανία, τα ονόματα των 27 οδήγησαν σε ακόμα 40, τα οποία έπρεπε να ελεγχθούν για ταυτοποίηση με τα δείγματα DNA που συνέλεξε η Cattaneo στην Ιταλία.
Αυτό τον οδήγησε στο πιο πρόσφατο ταξίδι του στη Σενεγάλη, όπου επιβεβαίωσε τον νέο υψηλό απολογισμό μετά από επαφές τους με άτομα, τα οποία γνώριζαν για τις επιβιβάσεις στο σκάφος. Πλέον ξέρει περισσότερα για το πώς λειτουργούν τα δίκτυα και οι μεταναστευτικές διαδρομές. Και οι δύο ερευνητές δεσμεύονται ότι θα επιδιώξουν να μάθουν τις ταυτότητες όλων των θυμάτων γιατί οι οικογένειές τους πρέπει να ξέρουν.
Πηγή: Associated Press
