Μετά το αριστουργηματικό «Για τα πληγωμένα μας αδέρφια», οι εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου μόλις κυκλοφόρησαν το βιβλίο του Ζοζέφ Αντράς με τίτλο «Κανακύ». Αμέσως αντιλαμβάνεσαι ότι ένα λεπτό νήμα ενώνει τα δύο βιβλία. Στην αφήγηση αυτού του βιβλίου για τον Αλφόνς Ντιανού και τον αγώνα των Κανάκ για την ανεξαρτησία τους από το γαλλικό κράτος συχνά συναντούσα τη μορφή του Φερνάν Ιβτόν, του ήρωα του πρώτου βιβλίου, για το οποίο ο συγγραφέας πήρε το βραβείο Γκονκούρ και το οποίο αρνήθηκε.
Ο εκτελεσμένος Ιβτόν συνομιλεί διαρκώς με τον δολοφονημένο Αλφόνς, όπως και ο πόλεμος της Αλγερίας τέμνεται από τα γεγονότα στην πατρίδα των Κανάκ. Ο Αντράς μάς μεταφέρει σε μια σπηλιά του νησιού της Ουβεά στη Νέα Καληδονία και μας παραθέτει τα γεγονότα της απόπειρας κατάληψης ενός αστυνομικού τμήματος το 1988. Η κατάληψη όμως δεν πηγαίνει όπως οι αυτονομιστές του νησιού επιθυμούσαν.
Μέσα από τη διεισδυτική ματιά στο πρόσωπο ενός από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, του Αλφόνς Ντιανού, που από πρώην ιεροεξεταστής, μουσικός, οπαδός της μη βίας θα προβεί σε δυναμικές ενέργειες για την απελευθέρωση του λαού του, ο Αντράς μάς παραθέτει ένα σύνθετο λογοτεχνικό δημιούργημα και συνθέτει έναν καμβά που μιλάει στην καρδιά τού σήμερα, στις διαψεύσεις, στους αποκλεισμούς, στη φτώχεια, στην ανύπαρκτη προοπτική, στην έλλειψη ελευθερίας.
Ο Ντιανού είναι μια προσωπικότητα που καλύφθηκε από το βάρος των ιδεολογικών αναφορών της εξουσίας, που τον έντυσαν με κάθε λογής κοσμητικό επίθετο. Τρομοκράτης, βάρβαρος, δολοφόνος. Θα παρακολουθήσουμε την κίνηση αυτού του ανθρώπου προς τη ριζοσπαστικοποίηση, την ανάγκη του για αξιοπρέπεια. Ο Αντράς στήνει τη σκηνή του στην καρδιά των γεγονότων – μια καρδιά που δεν αναμασά το παρελθόν αλλά τη συνδέει με ένα παρόν τόσο σκοτεινό.
«Το ξέρετε, οι Κανάκ ανέκαθεν αρνιόνταν να θεωρηθούν αρχαιολογικό κατάλοιπο του κόσμου». Αυτή η φράση σε μια ανοιχτή επιστολή ενός αυτονομιστή του Τιμπαού προς τον Μιτεράν, τότε πρόεδρο της Γαλλίας, συμπυκνώνει ένα μήνυμα που αγκαλιάζει αβίαστα διαφορετικούς τόπους και χρόνους.
«Ο όρος Κανάκ δεν δηλώνει μια εθνότητα ούτε μια φυλή. Ο στόχος μιας κοινωνίας Κανάκ είναι η οικοδόμηση ενός πολυφυλετικού λαού, με αδελφοσύνη και αλληλεγγύη». Ετσι, μέσα από την αφήγηση πράξεων χωρίς βεβαιότητες, λογισμών χωρίς ευκολίες και μιας καθημερινότητας τόσο γλυκιάς, διακρίνουμε μια αντίσταση σε πολλές από τις απειλές τού σήμερα.
Βλέπουμε τη δυνατότητα της εξουσίας να ορίζει τη ζωή που είναι άξια να βιωθεί, να ανατρέπει όποτε επιθυμεί τους όρους της καθημερινότητας, να αλλάζει τις σταθερές και να διαλύει τον κοινωνικό ιστό. Αλλωστε, οι 19 δολοφονημένοι Κανάκ είχαν το ίδιο δελτίο ταυτότητας με εκείνους που τους σκότωσαν, πέθαναν ως Γάλλοι. Η ευκολία ενός από τα πιο ανεπτυγμένα δυτικά κράτη να διεξάγει μικρής έντασης εμφυλίους δίνεται τόσο ανάγλυφα και στα δύο βιβλία.
Ο ήχος των διακηρύξεων των ανθρώπων αυτών ηχεί τόσο οικείος – «σεβασμός για τους χώρους ζωής μας, για ό,τι μας συγκροτεί». Ο Αντράς πλέκει πολύ όμορφα στη δομή του έργου το ιστορικό των αποφάσεων των εξουσιαστικών μηχανισμών της πατρίδας του. Η κραυγή του Σιράκ την παραμονή των εκλογών περί τρομοκρατών («Ανθρώπους; Αν μπορούμε να τους αποκαλούμε ανθρώπους») ηχεί τόσο οικεία.
Η σκιαγράφηση του τρόπου με τον οποίο δομείται το βιβλίο από τον αφηγητή-συγγραφέα είναι μια φρέσκια ματιά που σαρώνει σταδιακά την ανάγνωση και σε παρασύρει. Αν πάψεις να αναρωτιέσαι «Τι είναι αυτό που διαβάζω; Χρονικό μιας πράξης αντίστασης; Παράθεση μαρτυριών για τη σκιαγράφηση του πορτρέτου ενός αντιαποικιοκράτη;
Η αποκάλυψη-οργή των λειτουργιών και των συνεπειών μιας κρατικής επιβολής; Μιας αποικιοκρατικής εμμονής; Μαρτυρία; Ρεπορτάζ;», τότε αισθάνεσαι να παρασύρεσαι στη λυτρωτική αγκαλιά μιας αφήγησης που δεν αναπαριστά αλλά που συγκρούεται, που φωνάζει, που ψάχνει την ελευθερία μέσα στη ζωή, τότε ξέρεις καλά ότι είναι πάνω από όλα μια λογοτεχνία που ανατρέπει στερεότυπα και εφησυχασμούς.
Ο Ζοζέφ Αντράς δεν περιγράφει, προσπαθεί να ακούσει τη μνήμη, παίρνει μέρος σε μια αρχέγονη μάχη, αυτή ανάμεσα στη μνήμη και την καταστατική επιβολή της λήθης. Ο ίδιος παίρνει θέση, δεν στέκει αμέτοχος και σίγουρα δεν είναι αμερόληπτος.
Καθώς περνούν οι σελίδες, νιώθεις να σε κυκλώνει το ερώτημα πού ακριβώς στρατεύεται; Δεν είναι καίριο το εθνικοαπελευθερωτικό, καθώς οι πρακτικές και η πολιτική συγκρότηση αμφισβητούνται. Οι ιδεολογίες στέκουν απόμερα να κοιτούν την ύπαρξη να αφυπνίζεται και παρότι η γραφή θέλει να διατηρήσει ύφος ρεπορτάζ, η λογοτεχνία χαράζει βαθιά τις διαστάσεις της. Και τότε αντιλαμβάνεσαι ότι η στράτευση βρίσκεται στην αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη, την τρομερή ανάγκη για ελευθερία.
Ο ίδιος θα μας πει ότι το έργο του το βλέπει ως «μια πολυφωνική αφήγηση, αναζήτηση, όχι έρευνα, η οποία θέλει να χαλάσει την κωμωδία της αντικειμενικότητας». Και πιο κάτω: «Ο δημοσιογράφος εξετάζει, ο ιστορικός φωτίζει, ο αντάρτης αναπτύσσει, ο ποιητής συναρπάζει, απομένει στον συγγραφέα να πορευτεί ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς αδερφούς. Δεν έχει την επιφύλαξη του πρώτου, την απόσταση του δεύτερου, την πειθώ του τρίτου, ούτε την ορμή του τελευταίου, έχει μόνο την ελευθερία του». Καθώς οι σελίδες σε παρασύρουν, έκθαμβος παρατηρείς τις φορές που συγκινείσαι και στέκεις με δέος μπροστά σε μια γραφή που διαρκώς σε εμπλέκει.
Ο άνθρωπος αναζητά και πάλι τη σκουριασμένη πανοπλία του Δον Κιχώτη. Από τη γραφή ζητάμε ένα νόημα απόλυτα παρόν, ένα νόημα που θα ανατέμνει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες, ζητώντας τον τόπο που ακόμη δεν είναι εδώ. Είμαστε στο κατώφλι των έργων του Ντοστογιέφσκι και εκεί, σε κάποια κακοφωτισμένη σκάλα, στεκόμαστε αναγνωρίζοντας την ανάγκη και την ασυνέχεια των ερμηνειών, των λόγων που ποτέ δεν ειπώθηκαν, των αναμνήσεων που είναι απολύτως απαραίτητες αλλά δεν έχουν βιωθεί.
Οπως ο ίδιος ο Αντράς θα μας πει, γράφει για όλους τους απλούς ανθρώπους που συνεχίζουν μέσα στον υπόκωφο θόρυβο των ανώνυμων πόλεων, χωριών και γειτονιών, να αντιστέκονται. Μια αντίσταση τόσο απαραίτητη. Για όλους αυτούς που όπως ο Ιβτον και ο Αλφόνς «ανήκουν σε μια πάστα αβίωτη, στην οποία η ζωή οφείλει τόσα».
