ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις ημέρες αυτές παρουσιάζεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο αναδρομική έκθεση με φορητές εικόνες που φιλοτέχνησε σε διάστημα περίπου 60 ετών ο σημαντικός αγιογράφος Γρηγόρης Μπαλογιάννης.

Ο δημιουργός αυτός είναι πολύ ιδιαίτερη και σπάνια –θα έλεγα– περίπτωση ανθρώπου και καλλιτέχνη. Ενα πηγαίο, «γήινο» ταλέντο που άνθησε σε νεαρή ηλικία στα δημόσια ορφανοτροφεία.

Ο μεγάλος πόλεμος θα του στερήσει για πάντα και τους δύο γονείς του που θα πεθάνουν στα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Η οικογένεια διαλύεται και τα έξι αδέλφια του θα καταφύγουν σε συγγενείς και γνωστούς σε διάφορα χωριά της ευρύτερης περιοχής των Γρεβενών.

Ο Γρηγόρης, που ήταν τότε ένα δεκάχρονο βοσκαρούδι, θα φύγει από το χωριό του και θα περιπλανηθεί ολομόναχος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα στα γύρω βουνά, σε ποταμιές και φαράγγια, με ό,τι είχε απομείνει από τα κοπάδια του τσέλιγκα πατέρα του…

Και μπορεί να ακούγεται απίστευτο και εξωπραγματικό, όμως θα καταφέρει τελικά να επιβιώσει και να επιστρέψει στο πατρικό του με τα περισσότερα από τα ζώα του.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1940 στενοί συγγενείς θα τον στείλουν στο δημόσιο Ορφανοτροφείο Γρεβενών και στη συνέχεια στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο Θεσσαλονίκης.

Στα ιδρύματα αυτά θα καλλιεργήσει το ταλέντο του στο σχέδιο και τη ζωγραφική, αλλά θα ενδυναμώσει και τον εξαίρετο χαρακτήρα του. Το Παπάφειο θα του προσφέρει αρκετά και θα σπουδάσει εκεί ηλεκτρολόγος στην τεχνική σχολή «Ευκλείδης», όμως η αγάπη του για τη ζωγραφική θα τον κάνει να δοθεί ψυχή τε και σώματι στην Αγιογραφία.

Τα πρώτα βήματα

Η Θεσσαλονίκη, η βυζαντινή παράδοση, τα μοναστήρια στον Αθω, τα σχέδια και οι φωτογραφίες από τα έργα του Μανουήλ Πανσελήνου θα δυναμώσουν τη φλόγα της αναζήτησης και της δημιουργίας και θα του δείξουν την πορεία.

Τελειώνοντας το τεχνικό λύκειο ψάχνει με λαχτάρα τα εργαστήρια αγιογραφίας της πόλης.

Διαθέτει οξεία και διεισδυτική ματιά, αίσθηση του χώρου και βαθιά κατανόηση της λειτουργίας του χρώματος· και ένα ακριβές και στέρεο σχέδιο. Το εργαστήρι του Νίκου Γεωργιάδη στην Εγνατία θα του ανοίξει τις πόρτες του κόσμου της Αγιογραφίας.

Ο καλός Θεσσαλονικιός αγιογράφος θα θέσει υπό σκληρή δοκιμασία τον νεαρό Μπαλογιάννη και πολύ γρήγορα θα κατανοήσει το εύρος του ταλέντου του, την οξυδέρκειά του, την τεράστια ευχέρειά του στο σχέδιο.

Θα του σταθεί σαν πατέρας. Θα προωθήσει τα έργα του στο ίδιο επίπεδο με τα δικά του, θα τον φέρει σε επαφή με τον επαγγελματικό χώρο της Aγιογραφίας και θα φροντίσει για τις συμμετοχές του σε μεγάλες πανελλήνιες εκθέσεις.

Ο Μπαλογιάννης εξελίσσεται γοργά, με τον καιρό γίνεται πλέον «μαΐστωρ» και αναλαμβάνει δύσκολες και σύνθετες δουλειές τόσο για το εργαστήριο όσο και για λογαριασμό του.

Θα ακολουθήσει η θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό. Και εκεί θα διακριθεί, και η διοίκηση του στρατοπέδου «Παλάσκας» θα του αναθέσει την αγιογράφηση του εξωνάρθηκα του ναού του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στην είσοδο της μονάδας.

Το 1961 θα γνωρίσει τον μεγάλο δάσκαλο, θεωρητικό και σπουδαίο αγιογράφο Φώτη Κόντογλου. Ο Κόντογλου είδε στον Μπαλογιάννη έναν έμπειρο μαθητή και συνεργάτη, με ακεραιότητα χαρακτήρα, αθωότητα και ευγένεια ψυχής και πηγαίο ταλέντο υψηλών προδιαγραφών… ίσως και έναν γιο που θα ήθελε να είχε.

Ο πνευματικός του πατέρας

Για τον Μπαλογιάννη ο Κόντογλου ήταν ο σοφός και τρυφερός «πνευματικός πατέρας» που του μετέφερε απλόχερα τις γνώσεις και την πείρα του και τον «ευλόγησε» με μια ειλικρινή αγάπη που τόσο του είχε λείψει στα παιδικά του χρόνια.

Η πνευματικότητα και η ευλάβεια του Κόντογλου, το πολύ σημαντικό και μεγάλο σε εύρος έργο του, οι παραινέσεις και οι συμβουλές του, αλλά και η ηθική ακτινοβολία του, θα φωτίζουν από τότε τον δρόμο που θα πορευτεί στη ζωή του ο Μπαλογιάννης.

Το 1963 θα εισαχθεί στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Οι καθηγητές θα εκτιμήσουν πολύ την καλλιτεχνική του δημιουργία και την υψηλή ποιότητα των έργων του. Θα λάβει το πτυχίο του με βραβείο νωπογραφίας και τεχνικής φορητών εικόνων και υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία.

Το έργο του

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μέχρι σήμερα ο Μπαλογιάννης εργάστηκε με ζήλο, ακατάπαυστα και ορισμένες περιόδους κάτω από μεγάλες δυσκολίες και αντιξοότητες. Εχει αγιογραφήσει –με πλήρη ή τμηματική ιστόρηση– πάνω από 50 εκκλησίες στην περιοχή της Αθήνας και σε όλη την Ελλάδα.

Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω την Αγία Σοφία νέου Ψυχικού, τον Αγιο Σώστη στη λεωφόρο Συγγρού, την Παναγία Μαρμαριώτισσα στο Χαλάνδρι, τον Προφήτη Ηλία στον Τσακό της Αγίας Παρασκευής, τον Τίμιο Σταυρό στον Χολαργό, τον Αγιο Ελευθέριο στο Χαλάνδρι, τον Αγιο Θεράποντα στη Θεσσαλονίκη και τη Μονή του Αγίου Γεράσιμου στην Κεφαλονιά.

Αναλύει με πολύ προσοχή το αρχιτεκτονικό σχέδιο και τη γεωμετρική δομή των ναών και σχεδιάζει με μεγάλη ευχέρεια φιγούρες και δύσκολες πολυπρόσωπες συνθέσεις σε επιφάνειες πολλών τετραγωνικών μέτρων, όπως π.χ. τους κύκλους με τον Παντοκράτορα στους τρούλους που έχουν πολλές φορές διάμετρο η οποία ξεπερνά τα 4 μέτρα. Ενα τεράστιο έργο, που απαιτεί σωματική και ψυχική ρώμη, ευλάβεια, άσβεστη φλόγα δημιουργίας και μεγάλη εσωτερική δύναμη.

Ακόμη και σήμερα, στα 79 του χρόνια, εργάζεται με συνέπεια και φιλοτεχνεί νέες συνθέσεις σε μεγάλες σε μέγεθος φορητές εικόνες, που παρουσιάζονται στην έκθεση αυτή, με ανεξάντλητη έμπνευση και εντυπωσιακή τεχνική, με δυνατό και ευρηματικό σχέδιο, χρωματικό πλούτο, πολύ φωτεινή παλέτα και μια πινελιά που πολλές φορές παραπέμπει στην ελληνική ζωγραφική της ύστερης αρχαιότητας και στα πορτρέτα Φαγιούμ.

Η εξέλιξη

Ο Μπαλογιάννης μελετά ακούραστα και αναλύει σε βάθος την Ορθόδοξη Εικονογραφία και έχει επανειλημμένα επισκεφθεί για επιτόπια λεπτομερή παρατήρηση και ανάλυση πολύ σημαντικούς ναούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Σκύβει με σεβασμό και αντλεί διδάγματα από το έργο του μεγάλου «δασκάλου» του, Μανουήλ Πανσέληνου, προχωρά όμως με θάρρος και εξελίσσει τις πολύτιμες «παρακαταθήκες» του Πρωτάτου στον Αθω με τελείως δικά του στοιχεία, σημαντικές διαφοροποιήσεις στις παραδοσιακές συνθέσεις και πολύ ευρηματικές νέες απεικονίσεις.

Ωθεί στα όριά της, και ίσως τα υπερβαίνει, τη λεγόμενη «πλατεία τεχνοτροπία» της Μακεδονικής Σχολής με την πολύ «ιδιαίτερη» πινελιά του στα σαρκώματα και τα φωτίσματα στο «πλάσιμο» μεγάλων και επιβλητικών μορφών που αποπνέουν έντονη πνευματική δύναμη.

Με μεγάλες γραμμές και ισχυρά περιγράμματα στα ιμάτια και στα σώματα που διαγράφονται κάτω από αυτά, και ένταση στην ελευθερία της κίνησης και στις εκφράσεις των προσώπων που δείχνουν ευγένεια, μεγαλείο και έντονο ψυχισμό.

Οι πολύ πρόσφατες συνθέσεις του σε φορητές εικόνες αλλά και στην ιστόρηση του ναού του Αγίου Ελευθερίου στο Χαλάνδρι –το τελευταίο του μεγάλο έργο πριν συνταξιoδοτηθεί– μαρτυρούν αυτήν την πανδαισία των σχεδίων και των χρωμάτων που «ενορχηστρώνει» ο αγιογράφος.

Πρόκειται για ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο στο οποίο, ίσως –και λέω ίσως– δεν είχε δοθεί η απαιτούμενη προσοχή και δημοσιότητα.

Ο Μπαλογιάννης παραμένει και σήμερα ένας σεμνός «εργάτης» της αγιογραφίας. Μιλάει πάντα με αφοπλιστική αμεσότητα για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, τη μετέπειτα ζωή του και το έργο του, και εκφράζει με συγκινητικό τρόπο ευγνωμοσύνη για όσους τον βοήθησαν –κάτι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας.

Είναι ένας «μετρημένος» άνθρωπος που η ζωή δεν του χαρίστηκε. Πέρα από την ορφάνια, χήρεψε και σε πολύ νεαρή ηλικία και μεγάλωσε μόνος του τα δύο παιδιά του, που είναι σήμερα εξαιρετικοί επιστήμονες.

Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω ότι αυτό που κάνει τον αγιογράφο αυτόν ξεχωριστό δεν είναι μόνο το εξαιρετικό έργο του, αλλά και η ίδια η ζωή του. Μια ζωή παράξενη, απίστευτη, σαν ένα παραμύθι με «σκοτεινή» αρχή, που φωτίζεται όμως στο τέλος από την πίστη του ανθρώπου αυτού στη Βυζαντινή Αγιογραφία, τη Μακεδονική Σχολή και την πορεία της μέσα στους αιώνες, καθώς και από τη φλόγα της ψυχής του για την προσέγγιση του Θείου μέσω της τέχνης του.

*δημοσιογράφος, ιστορικός Τέχνης