ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλίκη Πανοπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μαρία γελούσε πάντα, όπως συμφωνούσε πάντα σε ό,τι της έλεγες, χωρίς ποτέ να φέρνει αντίρρηση. Το χαμογελαστό της πρόσωπο σε άφηνε με την εντύπωση πως απέναντί σου έχεις μία ευχαριστημένη γυναίκα, μια γυναίκα που δεν κουράζεται ποτέ, είναι διαρκώς διαθέσιμη και πολύ εργατική. Με λίγα λόγια, η στωικότητα και το χαμόγελο ήταν τα δύο χαρακτηριστικά που ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό της. Κι αυτή την πρώτη εικόνα την ολοκλήρωνε το συχνό καταφατικό νεύμα που έκανε με το κεφάλι της, όταν σε άκουγε πολύ προσεκτικά.

Τα παραπάνω τριάντα κιλά, όμως, που κουβαλούσε στο σώμα της έρχονταν σε αντίθεση με αυτή την καλόβολη αίσθηση που σου χάριζε. Αισθανόσουν πως ήταν στριμωγμένη, παρόλο που έδειχνε άνετη. Την άκουγες και πίστευες πως όλα ήταν εύκολα για εκείνη, ενώ αντιλαμβανόσουν ότι είχε δυσκολίες. Δεν με έπειθε. Δεν είχε πρόθεση να με πείσει εξάλλου, να χάσει βάρος ήθελε.

Η πρώτη αναρώτηση που είχα ήταν αν αυτή η γυναίκα είχε αρνηθεί ποτέ στη ζωή της, αν είχε προφέρει ένα «όχι», αν είχε διαφωνήσει ή αν είχε συγκρουστεί με οποιονδήποτε. Προς το παρόν απάντησα εγώ –από μέσα μου– και όχι εκείνη.

Της ζήτησα αν μπορούσε να μου περιγράψει πώς εκφράζει τον θυμό της.

«Συνήθως δεν θυμώνω» μου είπε· «κάποιες φορές, ελάχιστες, μπορεί να εκραγώ αν έχω μαζέψει πολλά, όμως αποφεύγω τις συγκρούσεις». Τη ρώτησα πώς διασκεδάζει μέσα στην εβδομάδα, τι την ευχαριστεί. Αργησε να μου απαντήσει, με κοιτούσε: «Δεν ξέρω…», είπε, «δεν προλαβαίνω, δεν έχω πολύ χρόνο ελεύθερο…, δεν έχω βοήθεια στο σπίτι, ο άνδρας μου δουλεύει πολύ κι είμαι πολύ κουρασμένη για να βγω και να διασκεδάσω… Δεν με πειράζει όμως!» συμπλήρωσε.

Αραγε ένιωθε δυσαρεστημένη από τη ζωή της, ήταν κουρασμένη από το πώς ζούσε;

Το χαμόγελό της με μπέρδευε. Μιλούσαμε και το μυαλό μου ταυτόχρονα προσπαθούσε να ανακαλύψει την απάντηση στις μύριες ερωτήσεις που με είχαν κατακλύσει. Είχε επιθυμίες; Είχε αναγνωρίσει τις ανάγκες της; Τι προτιμούσε, τι της άρεσε; Εκείνη αναρωτιόταν ποτέ;

Την παρατήρησα ακόμα πιο προσεκτικά. Περιέγραφε τις δύσκολες συνθήκες της μέρας της και το έργο που έπραττε και ταυτόχρονα περιέγραφε πόσο συμφιλιωμένη ήταν με όλες αυτές τις απαιτήσεις και τις καταστάσεις που είχε να διεκπεραιώσει. Ούτε ίχνος παράπονου ή δυσαρέσκειας. Το παραπάνω βάρος που είχε, όμως, τη διέψευδε.

Δηλαδή ήταν ευχαριστημένη; Τότε γιατί πάχαινε; Τότε ήταν που της έκανα μία δύσκολη ερώτηση: «Εσείς γιατί πιστεύετε ότι παχύνατε; Με τι συνδέετε το βάρος που έχετε βάλει;».

«Α, γιατί κάθομαι το βράδυ που είναι η δικιά μου ώρα και τρώω· είναι η μόνη ώρα που είμαι ελεύθερη από υποχρεώσεις» μου απάντησε.

Πώς θα τη βοηθούσα; Αφού καταλάβαινα πως η Μαρία είχε περάσει μια ζωή ορισμένη από τις συνθήκες και τους Αλλους, χωρίς να ορίζει εκείνη τίποτα. Ηταν ελεύθερη ή δέσμια ακόμα και εκείνης της ώρας, της βραδινής, που περιέγραφε ότι έτρωγε;

Η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος έχει να ανακαλύψει ότι για να ορίσει τον εαυτό του πρέπει να περάσει από «τα λόγια του Αλλου», ήδη από τη γέννησή του η γλώσσα του καθορίζεται από τους γονείς του, τον πολιτισμό του, το περιβάλλον του. Στη συνέχεια, ορίζεται με πολλούς τρόπους μέχρι να φτάσει στο σημείο να ορίζει εκείνος το πώς θα μιλάει στον εαυτό του και στους άλλους, καθώς και πώς θα επιλέγει να πράττει.

Σαν να παρέμενε μονίμως στις σκέψεις της, δηλαδή στις σκέψεις τού «όλα καλά», αγνοώντας τις ανάγκες της, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ελέγξει τις επιθυμίες της. Εκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να καθυποτάξει και να φιμώσει αυτή την ξένη προς αυτήν λέξη: το «επιθυμώ».

Παράλληλα αντιμετώπιζε τον εαυτό της όχι σαν κάποιον που πάσχει από έλλειψη (αναγκών) παρά σαν κάποιον που ήταν πλήρης (ευχαριστημένη). Η Μαρία χρειαζόταν να μάθει ότι «χρειαζόταν». Χρειαζόταν να αντιληφθεί τον τρόπο που είχε μάθει να λειτουργεί για να μπορέσει να αλλάξει τις συνθήκες της και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσει τις προδιαγραφές για να αδυνατίσει.

Αλλιώς δεν θα είχε ανάγκη να αδυνατίσει…

Ξέρετε ότι…

Διαχωρισμός και απώλεια

Η ψυχαναλυτική θεωρία εξηγεί λεπτομερώς τη διαδικασία σύστασης του εαυτού. Σύμφωνα με τον Ζακ Λακάν, τον μαθητή του Φρόιντ, το βρέφος διαχωρίζεται από τη μητέρα όχι στη γέννα, αλλά όταν αρχίζει να μιλάει, μπαίνοντας έτσι στη συμβολική τάξη.

Η απόκτηση της ομιλίας και οι κοινωνικές εντολές και απαγορεύσεις –που αντιπροσωπεύονται από τον πατέρα– λειτουργούν σαν ένας τρίτος πόλος που παρεμβαίνει και διασπά την αρχική δυάδα μητέρας και βρέφους.

Ο διαχωρισμός εγγράφει την απώλεια, την απουσία και την έλλειψη στην καρδιά του νεογέννητου. Η έλλειψη αυτή καλύπτεται εν μέρει με την ταύτιση του βρέφους με σημαίνοντα, με εικόνες και λέξεις.

****

Πρώτα εικόνες. Στο περίφημο «στάδιο του καθρέφτη», το βρέφος ηλικίας από έξι έως δεκαοκτώ μηνών βιώνει μια αίσθηση αγαλλίασης όταν αναγνωρίζει για πρώτη φορά την εικόνα του στον καθρέφτη ή στο βλέμμα της μητέρας.

Η αντανάκλαση στον καθρέφτη κάνει το βρέφος να ταυτιστεί με ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σώμα και με την αίσθηση ότι αποτελεί μια ανεξάρτητη και ακέραιη μονάδα.

Ομως, η εικόνα της ολότητας διαφέρει από την εμπειρία των αισθήσεων: τα μέλη του βρέφους είναι ανυπάκουα, το σώμα του κομματιασμένο, αφοδεύει και ουρεί χωρίς έλεγχο, πεινάει και πονάει χωρίς αιτία. Η βιολογική εξήγηση είναι ότι οι ικανότητες αντίληψης και όρασης αναπτύσσονται πολύ πριν από τις κινητικές λειτουργίες και τον σωματικό συντονισμό.

* Σύμβουλος διατροφής