ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Kαι με τη δική της βούλα πια, είναι μια ηγέτιδα υπό προθεσμία, οι πρωθυπουργικές της μέρες είναι μετρημένες και η συμφωνία της για το Brexit παραμένει στον αέρα… «Ο κόσμος προσπαθεί να μιλήσει για ημερομηνίες. Εγώ ξεκαθαρίζω πως οι επόμενες γενικές εκλογές είναι το 2022 και νομίζω πως είναι σωστό να μας οδηγήσει σε αυτές τις γενικές εκλογές ένας άλλος αρχηγός του [Συντηρητικού] Κόμματος», δήλωσε χωρίς περιστροφές η Τερέζα Μέι προσερχόμενη χθες στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες, από την οποία προσδοκούσε έναν… χριστουγεννιάτικο μποναμά, εν είδει εγγυήσεων, μπας και καταφέρει ασθμαίνοντας να πείσει τη Βουλή των Κοινοτήτων να υπερψηφίσει τον Ιανουάριο την επίμαχη συμφωνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε.

Δημόσια λοιπόν η Βρετανίδα πρωθυπουργός επιβεβαίωσε την -κεκλεισμένων των θυρών- απέλπιδα προσφορά της στους βουλευτές των Τόρις για να μπορέσει να αποσπάσει τη στήριξή τους και να επιζήσει μεν, «νεκροζώντανη» δε, της εσωκομματικής ανταρσίας εναντίον της.

Εμφυλίου συνέχεια

«Η πρωθυπουργός-ζόμπι πληρώνει βαρύ τίμημα για μια ισχνή νίκη», έγραφαν χθες σε πρωτοσέλιδο άρθρο τους οι Financial Times. «Για να επιβιώσει πολιτικά, η πρωθυπουργός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πιθανότητα να οδηγήσει εκείνη το κόμμα της στις επόμενες εκλογές. Οταν οι πρωθυπουργοί το κάνουν αυτό, […] η εξουσία τους αρχίζει να στερεύει. Με την ισχύ της κ. Μέι να έχει πάρει ήδη την κατιούσα, ο “λιγοστός επιπλέον χρόνος” που της απομένει, όπως είπε στενός συνεργάτης της, έγινε ακόμα πιο δύσκολος», σχολίαζε η πολιτική συντάκτρια του BBC, Λόρα Κούνσμπεργκ.

Οσο για τους εσωκομματικούς αντάρτες; Για την ώρα έπαιξαν κι έχασαν, αλλά ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται. «Οσοι πίεζαν για να την αποπέμψουν την Τετάρτη απλά δεν το βάζουν κάτω», συμπλήρωνε η Κούνσμπεργκ. «Και ορισμένοι εξ αυτών ίσως προτίθενται να εξετάσουν την πυρηνική επιλογή: να ενωθούν με βουλευτές της αντιπολίτευσης, αν εκείνοι καταθέσουν πρόταση δυσπιστίας εναντίον της στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου»…

Πρόκειται σαφώς για ένα ακραίο σενάριο που μπορεί να έριχνε από την εξουσία την κυβέρνηση μειοψηφίας της Μέι (με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη χώρα, αλλά και τους Τόρις, μέσα στην πολιτική κόλαση του Brexit), θα οδηγούσε όμως πιθανότατα το διχασμένο κόμμα στα πρόθυρα της διάσπασης.

Σε περίπτωση δε προκήρυξης πρόωρων εκλογών -όπως επιθυμούν διακαώς οι αντιπολιτευόμενοι Εργατικοί- μια πιθανή δική τους νίκη θα έφερνε τα πάνω κάτω στα πάντα. Παρότι λοιπόν στην προχθεσινή εσωκομματική ψηφοφορία η Μέι απέσπασε -για την τιμή των όπλων- μία παραπάνω ψήφο από τις 199, με τις οποίες είχε εκλεγεί αρχηγός των Τόρις το 2016, έχασε την εμπιστοσύνη 117 βουλευτών της, τουτέστιν άνω του ενός τρίτου σε σύνολο 317.

Κι ενώ για τους επόμενους 12 μήνες δεν μπορούν να καταθέσουν νέα πρόταση μομφής εναντίον της, οι εσωκομματικοί αντίπαλοι της πρωθυπουργού έχουν βαλθεί τώρα να την… παραιτήσουν, αξιώνοντας επίμονα να αποχωρήσει οικειοθελώς εδώ και τώρα.

Τι θα επιθυμούσε

Απέναντι στην κάθετη άρνηση της Ε.Ε. να επαναδιαπραγματευτεί τη συμφωνία του Brexit, η Μέι ευελπιστούσε να λάβει χθες από τους Ευρωπαίους ομολόγους της «πολιτικές και νομικές διαβεβαιώσεις» για το περιβόητο backstop: το βασικό σημείο διαφωνίας της βρετανικής Βουλής, που αντιδρά στο ενδεχόμενο το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει δυνητικά επ’ αόριστον στο καθεστώς αυτής της έσχατης λύσης που προβλέπει η συμφωνία για να διατηρηθούν ανοιχτά, χωρίς εμφανείς ελέγχους, τα σύνορα ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, δηλαδή την Ε.Ε.

Σύμφωνα με την Guardian, η Βρετανίδα πρωθυπουργός επιζητεί να προστεθεί ένα «νομικό παράρτημα» στη συμφωνία αποχώρησης, στο πρότυπο του «κοινού ερμηνευτικού εργαλείου»: ενός επινοήματος που χρησιμοποιήθηκε το 2016 για να πείσει τη Βαλονία του Βελγίου να άρει το βέτο της στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά.

Ακόμα κι αν υπήρχε πάντως ευρωπαϊκή συναίνεση για κάτι τέτοιο, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα ικανοποιούσε τους διαφωνούντες βουλευτές της βρετανικής συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης.