Φαίνεται πως στον εικοστό αιώνα ο ιστορικός χρόνος πύκνωσε τόσο ώστε είναι πλέον αδύνατον ή μάταιο να σκεφτόμαστε την πολιτική δίχως να λαμβάνουμε υπόψη μας τους χρόνους που περιστοιχίζουν το Αουσβιτς. Σε αυτόν τον πυκνωμένο ιστορικό χρόνο συμπιέστηκαν όλες οι δυνατότητες των μοντέρνων χρόνων, τόσο οι δημιουργικές όσο και οι καταστροφικές.
Η παλιά υποψία ότι ο άνθρωπος δεν έχει παρά μερικό ή καθόλου έλεγχο των πράξεων του και των συνεπειών τους μοιάζει να επιβεβαιώθηκε αναντίρρητα, εξ ου και δύο διδάγματα: το πρώτο, ότι η βία που απαιτείται για να επιβληθεί ένα καινούργιο δίκαιο δεν μπορεί να παραμείνει εντός των ορίων που το ίδιο εγγυάται.
Αν οι πράξεις των ανθρώπων ξεχειλίζουν από το δοχείο των προθέσεών τους, η βίαιη πράξη θρυμματίζει το ίδιο το δοχείο. Και εδώ σταματούν οι ομοιότητες μεταξύ του πρώτου διδάγματος και του δεύτερου. Διότι, τουλάχιστον στο επίπεδο της κατασκευής, θα μπορούσαμε να αφαιρέσουμε τη βία από το νέο δίκαιο αφαιρώντας τη βία από την απόπειρα επιβολής του. Κάτι τέτοιο δεν έρχεται σε, λογική και πόσο μάλλον ηθική, αντίφαση με την αναγκαιότητα καινούργιου δικαίου. Το οποίο δεν είναι απαραίτητο να εφαρμόζει περιοριστικά παρά μόνο σε εκείνες τις πτυχές του κοινωνικού και οικονομικού συμφέροντος του ατόμου, αφήνοντας ανέγγιχτες όλες τις υπόλοιπες που ορίζουν τον βίο του.
Δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο και με το γεγονός που ορίζει το δεύτερο δίδαγμα. Δηλαδή, ότι η βία που απαιτείται για να επιβληθεί μια νέα ταυτότητα, λεγόμενη εθνική, δεν μπορεί να παραμείνει εντός κανενός ορίου, γιατί αυτό δεν προϋποτίθεται καν. Το μόνο όριο που καταβλήθηκε προσπάθεια να οριστεί ως τέτοιο ήταν το κρατικό, αλλά καταπώς φάνηκε αυτό ήταν ένα όριο το οποίο λειτούργησε κατεξοχήν και προνομιακά ξεχειλιστικά και διόλου περιοριστικά.
Οπως ακριβώς το εθνικά ορισμένο άτομο έπρεπε διαρκώς να στρέφει το εθνικό του «δέρμα» τα μέσα έξω, διότι ο πατριωτισμός αναγνωρίζεται μόνον εξωτερικά, έτσι και το εθνικό κράτος θεώρησε ότι το «μέσα» του δεν θα συμβαδίσει με το «έξω» του παρά μόνο δυνητικά. Απλώς αυτό το άπλωμα του «έξω» συνάντησε τα άλλα αντίστοιχα απλώματα, συνάντηση καταστροφική για ό,τι μπορεί να θεωρηθεί είτε ως «μέσα» είτε ως «έξω», κρατών και ανθρώπων.
Μόνο η εγελιανή διαλεκτική μπορεί να χαμογελά εμπρός στο παράλογο μιας ιδιαιτερότητας, η οποία για να υπάρξει πρέπει να στρέφεται και να αναφέρεται διαρκώς προς μιαν άλλη εξωτερική και αντιθετική ιδιαιτερότητα. Δίχως μια τέτοια αναφορά η όποια εθνική ιδιαιτερότητα, μην έχοντας να προσβλέπει στο «έξω» στρέφεται στο «μέσα» της, το οποίο δίχως το δομικό του άλλο ψυχορραγεί. Κάπως έτσι εξηγείται πως εθνικισμοί εν υπνώσει, κοινωνιών γυμνωμένων από τις ευαισθησίες που ο πατριωτισμός απαιτεί, εκρήγνυνται σε μια στιγμή. Αρκεί να βρεθεί αυτό που θα ερεθίσει το «μέσα» δίνοντας τον λόγο στο «έξω».
Κατά βάθος, λοιπόν, όλες οι κοιμισμένες εθνικά κοινωνίες ζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τις αφυπνίσει από τον απαξιωτικό λήθαργο, ακόμη και αν, ή ίσως ακόμη καλύτερα αν, αυτή η αφύπνιση γίνει μέσω βομβών σε παμπ ή στάσεις λεωφορείων. Ο ελληνικός εθνικισμός, κάποτε ηρωικός, δεν ευτύχησε στην ύπαρξη σοβαρών μειονοτήτων ή ριζοσπαστικών αυτονομιστικών κινημάτων εντός των κρατικών εθνικών ορίων, εν μέρει και λόγω του ηρωισμού της νιότης του. Ετσι, όταν ένας γειτονικός εθνικισμός γύρισε το δικό του μέσα έξω, όσο γελοία η αφορμή, ο ελληνικός εθνικισμός αλάλαξε από χαρά.
Πράγμα, βεβαίως, αναμενόμενο καθώς το δεύτερο δίδαγμα έχει μόνο διαγνωστικό χαρακτήρα· ο εθνικισμός δεν έχει όριο. Αυτό, όμως, που δεν είναι αναμενόμενο είναι οι αποτυχόντες στην εμπέδωση του πρώτου διδάγματος να αποτυγχάνουν και στο δεύτερο. Εκτός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου και διάσπαρτων συλλογικοτήτων, απρόσβλητων λόγω ιδεολογικών σκληρύνσεων που εδώ αποδεικνύονται ευεργετικές, ο εθνικισμός έχει εγκατασταθεί νόμιμα και στο αριστερό ημισφαίριο της ελληνικής πολιτικής.
Η ανεξέταστη αναπαραγωγή ψυχοκοινωνικών ερμηνειών και η αυτοτελής αναφορά σε βαθμίδες οικονομικών και πολιτικών επιπέδων απρόσιτων τόσο στην πληροφόρηση όσο και στη λογική ανάλυση, διαχωρίζει τις εθνικές αριστερές ερμηνείες από τις δεξιές μόνο ως προς την επίφαση εκλέπτυνσης. Τούτο όμως δεν αρκεί να αντιστρέψει την καθοδική πορεία προς τον όλεθρο του εθνικισμού, διότι αν μη τι άλλο η εθνικιστική Αριστερά έχει σφιχταγκαλιάσει το εθνικιστικό γύρισμα του μέσα έξω.
Αντίθετα, με την επίκληση ενός νέου δικαίου, η πατριωτική προτεραιότητα στο εθνικό δίκιο δεν μπορεί και δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εξαερώνει τις αρχές προς όφελος της ισχύος. Και το βάρος ενός Γκουλάγκ είναι από μόνο του δυσβάσταχτο· δεν χρειάζεται επ’ ουδενί και το βάρος ενός Νταχάου.
* διδάκτορας Πολιτικής Φιλοσοφίας
