ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ντάνι Βέργου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο,τι έγινε το καλοκαίρι με τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι οφείλεται «στην πρωτοβουλία των γιατρών και στην αυταπάρνηση του προσωπικού των νοσοκομείων που έμειναν 24ωρα ολόκληρα στα πόστα τους. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται εσαεί».

Με τα λόγια αυτά η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας (ΕΕΕΘ), Αναστασία Κοτανίδου, περιέγραψε το τεστ αντοχής στις μακροχρόνιες ελλείψεις στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, ελλείψεις που φαίνονται ανάγλυφα σε κρίσεις ή τραγωδίες σαν αυτή του καλοκαιριού.

Οι ελλείψεις σε κρεβάτια ΜΕΘ στην «καρδιά ενός νοσοκομείου» στη χώρα μας είναι διαχρονικές. Σταθερά δύο στα δέκα κρεβάτια ΜΕΘ του ΕΣΥ είναι κλειστά, δηλαδή 150 κρεβάτια από σύνολο 750 κρεβατιών, ενώ λόγω έλλειψης προσωπικού, ιατρικού και νοσηλευτικού, το ποσοστό των κλειστών κλινών ΜΕΘ φτάνει και το 35% κατά διαστήματα.

Την ίδια ώρα αναλογούν 2,2 νοσηλευτές σε κάθε κλίνη, όταν η αναλογία στην Ευρώπη είναι τουλάχιστον 5 νοσηλευτές. Επιπλέον μόνο το 6% των συνολικών κρεβατιών των νοσοκομείων στη χώρα μας είναι κρεβάτια ΜΕΘ, ποσοστό που έπρεπε να είναι 20%.

Η αναμονή για κρεβάτι ΜΕΘ είναι 24 ώρες στην Αθήνα και 2-4 ώρες στη Θεσσαλονίκη, τη στιγμή που, όπως σημείωσε η Αν. Κοτανίδου, «ο ασθενής που χρειάζεται ΜΕΘ τη χρειάζεται άμεσα και μέσα στην πρώτη ώρα παρέχεται φροντίδα που δεν μπορεί να παρασχεθεί με καθυστέρηση».

Παράλληλα δεν υπάρχουν Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) στη χώρα μας να υποδεχτούν τους ασθενείς όταν βγουν από τις ΜΕΘ και όταν υπάρχουν, γεμίζουν με πολύ βαριά ασθενείς ελλείψει ΜΕΘ, όπως είπε ο Βασίλης Μπέκος, γενικός γραμματέας ΕΕΕΘ, εντατικολόγος-αναισθησιολόγος, διευθυντής ΜΕΘ στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών.

Ανύπαρκτα, σημείωσε, είναι και τα δημόσια κέντρα φυσικής ιατρικής αποκατάστασης που βοηθούν τον ασθενή στην επανένταξή του.

Παρ’ όλα τα προβλήματα στις ΜΕΘ στη χώρα μας -την έλλειψη νοσηλευτών, γιατρών, συχνά υλικών-, η δουλειά που γίνεται σε αυτές είναι εξαιρετική δεδομένου ότι η επιβίωση των αρρώστων είναι 70% κατά μέσο όρο: ειδικότερα ξεπερνάει το 80% στους ασθενείς που παραμένουν σε αυτές για μικρό χρονικό διάστημα και το 63% για τους ασθενείς που παραμένουν πάνω από ένα μήνα.