Η σκληρή κριτική του Bρετανού πρώην υπουργού Εξωτερικών Τζόνσον στα σχέδια της Μέι για την διευθέτηση του ζητήματος των ιρλανδικών συνόρων στα πλαίσια μιας συμφωνίας για το brexit, η δημοσκοπική πτώση του Εμανουέλ Μακρόν, το σφοδρό πλήγμα του τυφώνα Μανγκούτ στο Χόνγκ Κόνγκ και το Μακάο, καθώς και τα ερωτήματα που θέτει μερίδα του γερμανικού Tύπου, αναφορικά με την πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αποτελούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Tύπου.
Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους : «Ώθηση για την Μέι καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει το σχέδιο για τα ιρλανδικά σύνορα» και στο σχετικό ρεπορτάζ τονίζει ότι η ΕΕ προετοιμάζει μυστικά να αποδεχθεί το τεμαχισμένο ιρλανδικό σύνορο, μετά το brexit, σε μια κίνηση η οποία αυξάνει τις προοπτικές της Τερέζα Μέι να καταλήξει σε συμφωνία για το επίμαχο ζήτημα μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Για το ίδιο θέμα η Daily Telegraph έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Το ιρλανδικό σχέδιο της Μέι για το brexit είναι μια καταστροφή προειδοποιεί ο Μπόρις (Τζόνσον)» με το κύριο άρθρο να αναφέρει ότι ο πρώην υπουργός εξωτερικών χαρακτήρισε την πρόταση για την διευθέτηση του ζητήματος των ιρλανδικών συνόρων ως μια πλήρη αποτυχία.
Στη Γαλλία, η Le Figaro γράφει στον τίτλο της: «Με πτώση στην δημόσια (γνώμη), ο Μακρόν αναζητά την στρατηγική του» με το κύριο άρθρο να αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι Γάλλοι κρίνουν αυστηρά την πολιτική του Γάλλου προέδρου, την οποία, μετά από το γκάλοπ για λογαριασμό του δικτύου RTL και της εφημερίδας, οι Γάλλοι πολίτες την βλέπουν με θετική γνώμη σε ποσοστό μόλις 19%.
Στη Γερμανία, με αφορμή πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου η οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt διερωτάται εάν η τρόικα επιδείνωσε και παρέτεινε την οικονομική και δημοσιονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, καθώς και εάν απαίτησε από τις κυβερνήσεις χωρών που κατέφυγαν σε προγράμματα βοήθειας υπερβολικές μειώσεις δαπανών και αύξηση εισφορών.
Επιχειρώντας να τα απαντήσει η εφημερίδα παραπέμπει καταρχήν σε άρθρο του Ντάνιελ Λι, αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ, το οποίο θα μπορούσε να είναι και ομολογία ενοχής, όπως σημειώνεται. Γιατί υποστηρίζει ότι σε χώρες με μνημόνια η οικονομική συγκυρία υπέστη πιο ισχυρό πλήγμα από όσο είχε προβλεφθεί. «Το συμπέρασμά του Ντάνιελ Λι, όπως και του προϊσταμένου του Ολιβιέ Μπλανσάρ, επικεφαλής οικονομολόγου του Ταμείου από το 2008 μέχρι το 2015, είναι ότι οι προσπάθειες δημοσιονομικής λιτότητας πνίγουν την οικονομική δραστηριότητα περισσότερο από όσο είχε αρχικά θεωρηθεί.
Η εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για την επίδραση της πολιτικής λιτότητας έγινε αντικείμενο θυελλωδών συζητήσεων, κυρίως ανάμεσα σε οικονομολόγους και πολιτικούς της Γερμανίας και του αγγλοσαξονικού χώρου. Οι πρώτοι υποστήριζαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, οι δεύτεροι δημοσιονομική πολιτική που προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ανάπτυξης.
Επιπροσθέτως τέσσερις οικονομολόγοι της ΕΚΤ δημοσίευσαν στο ενημερωτικό δελτίο της τράπεζας μελέτη στην οποία εξετάζουν το ύψος του πολλαπλασιαστή κρατικών δαπανών και καταλήγουν στην καθόλου κολακευτική για την Κομισιόν διαπίστωση ότι τα πρώτα χρόνια της κρίσης υπολόγιζε τον πολλαπλασιαστή όχι με βάση το σύνηθες 0,5 αλλά πολλές φορές γύρω στο μηδέν, κάτι που την οδήγησε στη διαπίστωση ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών έχει σχεδόν μηδενική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα.
Στα επόμενα χρόνια η Κομισιόν αύξανε σταδιακά τον πολλαπλασιαστή, έτσι ώστε πολλοί οικονομολόγοι να αποδώσουν την οικονομική ανάπτυξη κρατών, επί χρόνια συνδεδεμένα σε πρόγραμμα στήριξης, στον μετριασμό των όρων αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής».
Και ο αρθρογράφος καταλήγει: «Εάν η ανάλυση της ομάδας από την ΕΚΤ ισχύει, τότε οι αγγλοσάξονες με την κριτική του είχαν δίκιο και η κρίση κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου θα είχε λιγότερη διάρκεια και δεν θα’ταν τόσο βαθιά, εάν οι Βρυξέλλες και η Φρανκφούρτη άκουγαν τα επιχειρήματά τους».
Στις ΗΠΑ, οι New York Times έχουν κεντρικό τίτλο αφιερωμένο στο πλήγμα που επέφερε ο τυφώνας Μανγκούτ στο Χόνγκ Κόνγκ και το Μακάο, τα οποία έπληξε με ταχύτητα ανέμου έως και 160 χιλιόμετρα προκαλώντας μεγάλες πλημμύρες και ανεβάζοντας τη στάθμη των υδάτων έως και τα 3,5 μέτρα στοιχίζοντας τη ζωή σε τουλάχιστον 50 ανθρώπους, με τους αξιωματούχους των συνεργείων διάσωσης να εκτιμούν ότι ο τελικός απολογισμός θα είναι αισθητά μεγαλύτερος.
