ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πολιτική της αποπολιτικοποίησης, οι αναγκαστικοί συσχετισμοί για τη νομή της εξουσίας, η άνοδος του λαϊκισμού και η επιβράβευση εκείνων που κηρύσσουν «λύτρωση του λαού» κι «ανάθεμα στις διεφθαρμένες ελίτ», η οικονομία ως πολιτική ασύμβατη με τις ανάγκες της κοινωνίας κ.ά., είναι θέματα που απασχολούν τον πολιτικό προβληματισμό, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα.

Στο «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες» (Μεταίχμιο, 2018) οι Στίβεν Λεβίτσκι και Ντάνιελ Zίμπλατ –πολιτικοί επιστήμονες του Χάρβαρντ– κινούνται στα όρια της πολιτικής συναίνεσης. Η μεταδημοκρατική συναίνεση παρακολουθεί την πολιτική απορία των ψηφοφόρων εμπρός στην κάλπη, αλλά με εμφανή την απουσία κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων στη βασική ανάλυσή της∙ βλέπει την εξουσία σαν κενό χώρο που, ανεπαισθήτως, καταλαμβάνεται από τον επόμενο χειρότερο αυταρχικό λαϊκιστή.

Παρ’ όλα αυτά, το υπόδειγμά τους δεν αφορά μόνον την Ευρώπη κατά τη σκοτεινή δεκαετία του 1930 ή τη Λατινική Αμερική των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Ανιχνεύει την τύχη των «δημοκρατιών της δυσπιστίας» και, κυρίως, τους «εκλογικούς δρόμους προς τον αυταρχισμό», τόσο με τα δεδομένα της ιστορίας του 20ού αιώνα όσο και με επίκαιρα στοιχεία∙ φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο, στο τέλος, ένας αυταρχικός ηγέτης μπορεί να διαλύσει τη δημοκρατία.

Οι Λεβίτσκι και Zίμπλατ, ειδικά για την Αμερική του Τραμπ, δεν θα μπορούσαν παρά να κάνουν μια τολμηρή ανατομία των σύγχρονων ηθών της δημοκρατίας. Θυμίζουν –σωστά– τις κουβέντες του Χάμιλτον στα Federalist Papers: «Η Ιστορία διδάσκει ότι οι περισσότεροι από αυτούς που καταπάτησαν τις δημοκρατικές ελευθερίες είχαν αρχίσει την καριέρα τους ως “ταπεινοί υπηρέτες” του λαού∙ ξεκίνησαν ως δημαγωγοί και κατέληξαν τύραννοι». Αυτή η υπόμνηση θα έπρεπε να κάνει τους περισσότερους πολίτες να ανησυχούν.

Εμείς μπορούμε να αισιοδοξούμε στις δικές μας ασθενείς δημοκρατίες; Είναι μια ερώτηση που η απάντησή της προσκρούει σε αχαρτογράφητους όρους της μετάλλαξης της ταυτότητας της Αριστεράς, σε σκληρούς όρους της νεοδεξιάς αντισυστημικότητας που λογίζεται ως «κανονικός λαϊκός ριζοσπαστισμός», αλλά και στους επίσης άκαμπτους όρους των αγορών, της παγκοσμιοποίησης, της δημοκρατικά ελλειμματικής Ε.Ε. και, εδώ, της Ελλάδας.

Η επισήμανση, ωστόσο, των κοινωνικοπολιτικών αδιεξόδων είναι ένα –όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίο– καλό βήμα. Βέβαια, οι συζητήσεις που έχουν αρχίσει στις ΗΠΑ εξαιτίας του Τραμπ, αλλά και στην Ευρώπη εξαιτίας της κρίσης και στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα, ουδόλως σηματοδοτούν έναν προδικασμένο θάνατο της δημοκρατίας στην Αμερική –με ό,τι αυτό θα σήμαινε για τον υπόλοιπο κόσμο– ή το πολιτικό τέλος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ή την αποτυχία της ελληνικής περίπτωσης.

Αντίθετα, ο «θάνατος της δημοκρατίας» συνδέεται με την πρόσκαιρη κυριαρχία ενός ιδιαίτερου κοινωνικοπολιτικού ανθρωπότυπου, μιας «νέας φουρνιάς ηγετών α λα Τραμπ», που –στο υπόδειγμα των Λεβίτσκι και Zίμπλατ– παρουσιάζουν υψηλές επιδόσεις στα εξής:

  • α) απορρίπτουν τους δημοκρατικούς κανόνες,
  • β) αμφισβητούν τη νομιμότητα των πολιτικών αντιπάλων,
  • γ) ανέχονται ή ενθαρρύνουν τη βία και
  • δ) είναι πρόθυμοι να περιορίσουν τις πολιτικές ελευθερίες των αντιπάλων τους ή των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Αν υποθέσουμε ότι ο «αστικοδημοκρατικός κανόνας» μιλάει για συνύπαρξη δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας διαλόγου και ευημερίας, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει από την υποβάθμισή τους, αλλά και από την απουσία «δημοκρατικών φίλτρων», «θεσμικής αυτοσυγκράτησης» και «κουλτούρας πολιτικής συνεργασίας». Η δημοκρατία –το ζούμε στην Ελλάδα– κινδυνεύει από την πολιτική ακηδία που κανονικοποιεί τη φτώχεια και την ανισότητα, ενοχοποιώντας τους φτωχούς∙ κινδυνεύει από τους ιδιοτελείς πολιτικούς εγωισμούς.

Σε τελική ανάλυση, το ιστορικό συμπέρασμα είναι ότι «κανένας πολιτικός ηγέτης δεν μπορεί από μόνος του να καταδικάσει τη δημοκρατία ή να τη σώσει». Το μέλλον της δημοκρατίας εξαρτάται από τους πολίτες∙ είναι υπόθεση όλων μας και εξαρτάται από όλους μας.

Επομένως, ο όλος αναβρασμός κυοφορεί μια νότα αισιοδοξίας. Το «χειρότερα δεν γίνεται» πάντοτε εμπεριείχε μια φλογίτσα αισιοδοξίας. Οχι με την έννοια ότι υπάρχει μαγικός τρόπος εξάλειψης των κοινωνικών δεινών, αλλά ως αξίωση πολιτικού πολιτισμού, ως δυνατότητα άμβλυνσης των προβλημάτων και βελτίωσης της ευημερίας.

Στο κάτω κάτω, η Ιστορία στην οποία θα απευθυνθεί κάποτε η ύλη της κρίσης και του «θανάτου της δημοκρατίας», ουδέποτε περιέγραψε οριστικές λύσεις παρά μόνο ακμές και παρακμές κοινωνιών και συστημάτων. Και μιλώντας για παρακμές, εννοούμε τα όρια, τις αδυναμίες, το μη περαιτέρω ενός ολόκληρου συστήματος και των μηχανισμών του.

Για να το πούμε καθαρά, αυτό που εμφανίζεται ως «θάνατος της δημοκρατίας» είναι η κατάσταση στην οποία οι ειδικοί ή οι θεράποντες είναι μάλλον οι φορείς και οι κύριοι αίτιοι μετάδοσης της θανατηφόρας νόσου. Αυτό λέει και κάτι άλλο: επείγουσα αντίσταση στην κατάσταση που ο Πιερ Μπουρντιέ ονόμαζε ενορχηστρωμένη «πολιτική της αποπολιτικοποίησης». Γιατί την αξία της δημοκρατίας, όπως πολλών άλλων, την καταλαβαίνει κάποιος όταν τη χάσει. Και, σήμερα, τη χάνει όχι μόνο με την άνοδο ενός τυράννου, αλλά σ’ ένα παράφωνο υπουργικό συμβούλιο με τον ευτελισμό της λειτουργίας και του ήθους της.