Η πρώτη φάση της σύγκρουσης δείχνει να έχει ξεπεραστεί, αλλά είναι σαφές ότι οι διαφορές παραμένουν. Η ιταλική κυβέρνηση παρουσίασε επίσημα το προσχέδιο προϋπολογισμού και η τελική ψήφος του κοινοβουλίου προβλέπεται για τις αρχές Δεκεμβρίου. Μέχρι τότε, όμως, έχουμε να δούμε και να ακούσουμε πάρα πολλά.
Την εβδομάδα που αφήνουμε πίσω μας, η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε ξεκίνησε ένα «μπρα ντε φερ» με τις Βρυξέλλες σε ό,τι αφορά τις δημόσιες δαπάνες και το ύψος της σχέσης ελλείμματος – ΑΕΠ. Αρχικά, Λέγκα και Πέντε Αστέρια ανακοίνωσαν ότι το έλλειμμα επρόκειτο να φτάσει, για την επόμενη τριετία, στο 2,4% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Κάτι που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί, του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις, αλλά και του ίδιου του προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Και οι τρεις τους έστειλαν στην Ιταλία το μήνυμα ότι δεν μπορούν να ξεπεραστούν τα όρια που έχουν τεθεί στο παρελθόν και ότι, αν αυτό τελικά συμβεί, θα ενεργοποιηθούν –αυστηρά- οι προβλεπόμενες κυρώσεις.
Ο αρχηγός της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι απάντησε στον Γιούνκερ με σκληρή γλώσσα και δήλωσε ότι «μιλά μόνο με ανθρώπους που δεν πίνουν».
Απέρριψε, παράλληλα, κάθε παραλληλισμό με την κατάσταση της Ελλάδας επί «τροϊκανής εποχής». Στη συνέχεια, όμως, η άνοδος του σπρεντ άνω των τριακοσίων μονάδων βάσης και η σοβαρή πτώση του χρηματιστηρίου του Μιλάνου οδήγησαν την κυβέρνηση της Ρώμης σε μερική αναθεώρηση των θέσεών της.
Το έλλειμμα το 2019 θα φτάσει, πράγματι, το 2,4% του ΑΕΠ, αλλά το 2020 θα πέσει στο 2,1% και το 2021 στο 1,8%. Αυτό τουλάχιστον αναγράφεται στον οικονομικό προγραμματισμό της ιταλικής κυβερνητικής συμμαχίας.
Ο τεχνοκράτης υπουργός Οικονομικών, Τζοβάνι Τρία, θα συνεχίσει τις προσπάθειές της για να πείσει τους εταίρους ότι η ιταλική οικονομική πολιτική «έχει ως κύρια προτεραιότητα την ανάπτυξη, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος αλλά και του δημόσιου χρέους, το οποίο αγγίζει, πλέον, το 131,2% του ΑΕΠ».
Η μερική υποχώρηση των «πεντάστερων» και της Λέγκας, βέβαια, δεν θέτει υπό συζήτηση, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, την εφαρμογή των κύριων προεκλογικών τους υποσχέσεων: την ενίσχυση ανέργων και χαμηλοσυνταξιούχων με 780 ευρώ τον μήνα, τη μείωση της φορολογικής κλίμακας για τους ελεύθερους επαγγελματίες στο 15%, όπως και τη μείωση της συντάξιμης ηλικίας για περίπου τετρακόσιες χιλιάδες Ιταλούς.
Για να γίνουν πράξη όλ’ αυτά, όμως, υπάρχουν μόνο δεκαέξι δισεκατομμύρια ευρώ. Θα είναι αρκετά για να ικανοποιηθούν τόσο οι ψηφοφόροι της Λέγκας (μεγάλο μέρος τους είναι επιχειρηματίες του ιταλικού Βορρά), όσο και εκείνοι του κινήματος που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο;
Ψηφοθηρία
Η αίσθηση, μέχρι τώρα, είναι ότι ο Σαλβίνι και ο Ντι Μάιο θα κάνουν ό,τι μπορούν για να αποδείξουν ότι περνούν από τα λόγια στις πράξεις. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το διάστημα των επόμενων έξι μηνών, μέχρι να φτάσουμε στο «φόρτε» της εκστρατείας για τις ευρωεκλογές. Διότι οι δύο κυβερνητικοί εταίροι θέλουν να διατηρήσουν και να αυξήσουν την εκλογική τους δύναμη, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Μαρτίου.
Η Λέγκα, μέχρι τώρα, έχει καταφέρει σχεδόν να διπλασιάσει το ποσοστό της, αγγίζοντας, στα γκάλοπ, και το 32% της πρόθεσης ψήφου. Τα Πέντε Αστέρια, που την περασμένη άνοιξη είχαν λάβει το 32,7% των ψήφων, στη φάση αυτή χάνουν μέχρι και τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Για τον λόγο αυτό, χρειάζονται οπωσδήποτε να πείσουν τους ψηφοφόρους τους ότι εφαρμόζουν τα κοινωνικά μέτρα που υποσχέθηκαν, αρχίζοντας από το «εισόδημα του πολίτη».
Υπάρχει, βέβαια, και μια άλλη παράμετρος: θα πρέπει να δούμε ποια στάση θα αποφασίσουν να τηρήσουν τα μέλη της Κομισιόν, στους μήνες αυτούς που μας χωρίζουν από τις ευρωεκλογές.
Ο Πιερ Μοσκοβισί δείχνει να έχει μπει για τα καλά στο κλίμα της εκλογικής αντιπαράθεσης και κατηγορεί ανοιχτά την Ιταλία για ξενοφοβία και ευρωσκεπτικισμό.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος κρατά μεγαλύτερες αποστάσεις και δείχνει να θέλει να συνεργαστεί (παρά τις τόσες δυσκολίες) με την κυβέρνηση της Ρώμης.
Το θέμα, όπως λένε και πολλοί σχολιαστές, είναι ότι υπερβολικά συχνές και έντονες επιθέσεις, στο τέλος, μπορεί να λειτουργήσουν υπέρ της ιταλικής κυβέρνησης συμμαχίας, η οποία επιμένει ότι «σε έξι μήνες αυτή η Κομισιόν θα έχει εξαφανιστεί».
