Αντιμέτωποι με την κατηγορία της απάτης και της νοθείας τροφίμων θα βρεθούν δύο ημεδαποί και ένας Πολωνός που διαχειρίζονταν πέντε ιστοσελίδες όπου διαφημίζονταν και προωθούνταν προϊόντα αδυνατίσματος. Η δικογραφία σε βάρος τους σχηματίστηκε πριν από λίγες ημέρες από τους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και απεστάλη χθες στις εισαγγελικές αρχές για τα περαιτέρω.
Οι έρευνες για τη νέα υπόθεση διαφήμισης και προώθησης με απατηλό τρόπο παράνομων προϊόντων αδυνατίσματος ξεκίνησαν πριν από μήνες, ύστερα από καταγγελία στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος σχετικά με την ύπαρξη τεσσάρων ιστοσελίδων που διαφήμιζαν τα παράνομα προϊόντα, αναφέροντας ψευδή στοιχεία ως προς την αποτελεσματικότητά τους.
Υστερα από διαδικτυακή έρευνα των αστυνομικών της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, διαπιστώθηκε πως τα συγκεκριμένα προϊόντα αδυνατίσματος, εκτός από τη διαφήμιση και προώθησή τους μέσω των τεσσάρων ιστοσελίδων, διετίθεντο προς πώληση σε μία από αυτές αλλά και σε άλλες έξι.
Σε αυτές τις ιστοσελίδες δινόταν η δυνατότητα στους επισκέπτες να συμπληρώσουν τα προσωπικά τους στοιχεία και ακολούθως να παραλάβουν τα προϊόντα με αντικαταβολή.
Σε μία, μάλιστα, από αυτές, προκειμένου να πεισθούν οι καταναλωτές για την υποτιθέμενη νομιμότητα του προϊόντος γινόταν παραπλανητική χρήση των λογότυπων του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), του υπουργείου Υγείας και της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή.
Οπως όμως διαπιστώθηκε έπειτα από αλληλογραφία με τον ΕΟΦ, τα προϊόντα δεν είχαν γνωστοποιηθεί στον Οργανισμό και η διάθεσή τους θεωρούνταν παράνομη όχι μόνο γιατί διακινούνταν μέσω του ίντερνετ αλλά και γιατί ήταν άγνωστη η προέλευση και σύνθεσή τους.
Δεν έφτανε αυτό, προέκυψε ότι για ένα από τα διαφημιζόμενα προϊόντα είχαν εκδοθεί και σχετικές ανακοινώσεις από τον ΕΟΦ, με τις οποίες γνωστοποιούνταν στους καταναλωτές να μην προβαίνουν στην αγορά του.
Οι αστυνομικοί κατάφεραν να φτάσουν με τη βοήθεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και εταιρειών παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας και διαδικτύου στην ταυτοποίηση των στοιχείων των κατηγορουμένων οι οποίοι και διαχειρίζονταν πέντε από τις εντοπισμένες ιστοσελίδες, ενώ δύο από τις υπόλοιπες ανήκαν σε εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες ανώνυμης κατοχύρωσης χώρου του διαδικτύου και είχαν έδρα δύο διαφορετικές χώρες.
Οι αρμόδιες, δε, αρχές των εμπλεκόμενων χωρών ενημερώθηκαν τόσο για την παροχή στοιχείων και πληροφοριών όσο και για τις δικές τους περαιτέρω ενέργειες.
Ανάλογες περιπτώσεις έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, με πιο χαρακτηριστική εκείνη που αποκαλύφθηκε τον Ιούνιο του 2015 όπου παρόμοιο σκεύασμα χρησιμοποιούσε στις διαφημίσεις του φωτογραφίες των Κατερίνας Στικούδη, Φαίης Σκορδά και Κατερίνας Καινούργιου χωρίς την έγκρισή τους.
