Τις σημερινές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ε.Ε ειδικά με την προσφυγική κρίση και την ανάγκη κοινής αντιμετώπισης, τονίζοντας πως η Ευρώπη «βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι, στο οποίο πρέπει να παρθούν δύσκολες αποφάσεις», επισημαίνει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε άρθρο του στην «Welt am Sonntag».
Στο άρθρο του με αφορμή τη συμπλήρωση 70 ετών έκδοσης της ιστορικής γερμανικής εφημερίδας, ο πρωθυπουργός αναφέρεται αρχικώς στην ιστορική συγκυρία μέσα στην οποία βγήκε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας για τη Γερμανία και την Ευρώπη ευρύτερα. «Σε αυτό το φόντο γεννήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εμφορούμενη προπάντων από τη συλλογική υπόσχεση να μη συνεχιστεί η διάσπαση της Ευρώπης. Γι’ αυτό η ανοικοδόμηση και τελικά η επανένωση της Γερμανίας αποτέλεσαν ουσιώδες συστατικό στοιχείο για το μέλλον της Ευρώπης», επισημαίνει.
«Το όραμα γι’ αυτό το μέλλον βασίστηκε στην κοινή ανάπτυξη και ευημερία, και δεν άφησε περιθώρια να εξαπλωθούν ο εθνικισμός και ο σωβινισμός στην Ευρώπη. Στόχος ήταν ένα μέλλον της κοινής προόδου για τις κοινωνίες της Ευρώπης. Αλλά η ιστορία αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι μικρή η απόσταση ανάμεσα σε ένα υπέροχο μέλλον και σε μια καταστροφική επιστροφή στο παρελθόν», σημειώνει με νόημα και προσθέτει:
«Αφού η Ευρώπη αναγκάστηκε να έλθει αντιμέτωπη με την οικονομική και προσφυγική κρίση, τις νέες προκλήσεις για την ασφάλεια και την έξοδο ενός σημαντικού μέλους της ΕΕ, βρίσκεται και πάλι στο χείλος του γκρεμού. Βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι, στο οποίο πρέπει να παρθούν δύσκολες αποφάσεις – αποφάσεις με βαρυσήμαντες συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.
Ερχόμαστε αντιμέτωποι με θεμελιώδη ζητήματα.
Ή θα δουλέψουμε μαζί ως Ευρωπαίοι, θα βρούμε μια κοινή βάση, για να αντιμετωπίσουμε τις κοινές προκλήσεις μας, να προωθήσουμε την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, να προστατέψουμε τα δικαιώματα των εργαζομένων και να δράσουμε αποφασιστικά κατά της κλιματικής αλλαγής. Ή θα δημιουργήσουμε φραγμούς φόβου και μίσους, θα χτίσουμε τείχη και φράχτες ενάντια σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, θα διευρύνουμε το χάσμα μεταξύ των πολύ πλούσιων και της υπόλοιπης κοινωνίας και θα χωριστούμε στον έντιμο Βορρά και στον ανεύθυνο Νότο».
Εστιάζοντας στη συνέχεια του άρθρου του στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις, ο κ. Τσίπρας τονίζει ότι, «εμείς οι Έλληνες και οι Γερμανοί κατορθώσαμε να γιατρέψουμε πληγές και να ξαναφτιάξουμε μια σχέση, που είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών»
Όπως παρατηρεί: «Τα τελευταία χρόνια, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, πολλές φωνές πολιτικών στη Γερμανία άρχισαν να προσπαθούν να αφυπνίσουν έναν τεχνητό διχασμό ανάμεσα στις χώρες και στους πολίτες μας, κάνοντας την Ελλάδα αποδιοπομπαίο τράγο της Ευρωζώνης. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να διδαχτούν από αυτήν την εμπειρία όλοι οι Ευρωπαίοι. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε τέτοιες διχαστικές φωνές, ιδιαίτερα μέσω των ΜΜΕ, να κερδίσουν ως προς αυτό το πάνω χέρι μεταξύ των λαών μας», υπογραμμίζει ο Έλληνας πρωθυπουργός.
«Αυτή η προσπάθεια να διχαστούμε και να επιστρέψουμε στους φόβους και τις προκαταλήψεις του παρελθόντος έχει αποτύχει» προσθέτει και σημειώνει ότι αυτό οφείλεται στο ότι «από το 2015 και μετά η Ελλάδα έχει αποδείξει αναμφίβολα ότι είναι σε θέση να πραγματοποιήσει μια στροφή, να ξαναδώσει ώθηση στην οικονομία της και να επιστρέψει στην ανάπτυξη». «Αυτό είναι το αποτέλεσμα των κοινών προσπαθειών του ελληνικού λαού και της πολιτικής βούλησης μιας κυβέρνησης, που δεν έχει καμία σχέση με το διεφθαρμένο status quo ante της πολιτικής και της οικονομίας, που οδήγησε την Ελλάδα στο χείλος της χρεοκοπίας».
Ο πρωθυπουργός αναφέρεται ειδικά και στην Γερμανίδα καγκελάριο, λέγοντας πως συνεργάστηκαν στενά «για έναν αποτελεσματικό και ανθρώπινο τρόπο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης».
«Η Γερμανίδα Καγκελάριος απέδειξε πόσο σημαντική είναι η υπεύθυνη ηγεσία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα, αν δούμε τις λαϊκιστικές δυνάμεις που προσπαθούν να διχάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους λαούς της με την προώθηση του εθνικισμού και του ρατσισμού στις κοινωνίες μας. Αυτές οι προσπάθειες ανήκουν σε ένα παρελθόν, στην επιστροφή του οποίου θα πρέπει να αντισταθεί αποφασιστικά κάθε Ευρωπαίος» τονίζει και καταλήγει λέγοντας ότι «πρέπει να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο, προκειμένου να εργαστούμε για τις καλύτερες λύσεις στις κοινές ευρωπαϊκές μας προκλήσεις».
