ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργης Βύρωνας Δάβος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι παράξενο σε ένα δημοψήφισμα, που κατά βάσιν θέτει στους πολίτες ένα ερώτημα που χρήζει είτε μιας απόλυτης κατάφασης είτε μιας απόλυτης άρνησης, να μην προκύπτουν ούτε νικητές ούτε και ηττημένοι.

Ή, μάλλον, όταν παρατηρήσει κανείς τα γεγονότα καθαυτά και όχι το αποτέλεσμα που σημάδεψαν το περσινό δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, που εκ προοιμίου είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση της Μαδρίτης, να προκύπτει πως από την αναμέτρηση εκείνη βγήκαν από τις κάλπες μονάχα ηττημένοι.

Ηττημένη κατ’ αρχάς βγήκε η διαδικασία που είχε δρομολογήσει η ετερόκλητη συμμαχία όλου του φάσματος των πολιτικών δυνάμεων που συντάσσονται με την ανεξαρτησία: οι «όψιμοι» οπαδοί της πλήρους αυτοδιάθεσης του δεξιού PdeCat του, μετέπειτα, φυγόδικου προέδρου Κάρλες Πουτζδεμόν –που σαν CiU είχε κυβερνήσει, στηρίζοντας πολλές φορές τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις της Μαδρίτης να μην πέσουν–, οι παραδοσιακοί εκφραστές του ERC και οι υποτιθέμενοι διεθνιστές και αντικαπιταλιστές της CUP, που καίτοι κέρδισαν το δημοψήφισμα, μόνο όμως με τις ψήφους των δικών τους υποστηρικτών, έχασαν το στοίχημα του «εξαναγκάζειν διά του αποτελέσματος» την κεντρική κυβέρνηση, να υποταχθεί στη βούληση του λαού της Καταλονίας.

Η πτέρυγα της αυτοδιάθεσης όχι μόνον δεν κατόρθωσε ποσοστιαία να εκφράσει πάνω από το 50% (το ίδιο συνέβη και στις επόμενες και επιβεβλημένες εκλογές της 21ης Δεκεμβρίου, παρά τις ιδιαιτερότητες του εκλογικού νόμου που τους παρέσχε τη σημερινή, ισχνή, πλειοψηφία τους), απεναντίας, εκείνο που κέρδισε ήταν να αφυπνίσει το προαιώνιο μίσος σε μια κοινωνία που είχε, κάτω από μια ευμάρεια τις προ κρίσεως δεκαετίες, επιτύχει μια, αν όχι ολότελα αρμονική, τουλάχιστον επιφανειακή συμβίωση και ομόνοια. Η απουσία τρίτης οδού σε κάθε δημοψήφισμα εδραίωσε και την πολωτική τάση που, κάθε έξαρση του εθνικισμού και της απόσχισης δημιουργεί σε αμφότερες τις ανταγωνιστικές πλευρές, καταπνίγοντας κάθε «μέση οδό».

Ενα δημοψήφισμα μόνο με ηττημένους

Το δημοψήφισμα και οι εκλογές του Δεκεμβρίου επικύρωσαν το γεγονός ότι οι αυτονομιστές δεν κέρδισαν περισσότερες φωνές υπέρ του σκοπού τους (το μόνο που επιτεύχθηκε ήταν μετατοπίσεις ψηφοφόρων ανάμεσα στις τάξεις τους), αλλά ταυτόχρονα ακύρωσαν οποιαδήποτε δυνατότητα για πραγματική κοινωνική αλλαγή, που είχε ξεκινήσει με την ανάδειξη σε δημοτικό επίπεδο εναλλακτικών δημάρχων – όπως η Αντα Κολάου στη Βαρκελώνη.

Ο εθνικισμός που ξεπήδησε και φανάτισε τους Καταλανούς και μη, εξαφάνισε εκείνους που θεωρούν πως η αυτονομία της περιφέρειας περνά πρώτα από τις μεταρρυθμίσεις –πολιτικές τε και κοινωνικές– στην υπόλοιπη επικράτεια του συντηρητικού και υπό φρανκικές και οπισθοδρομικές ιδέες εμφορούμενου ισπανικού κράτους.

Ηττημένο το Σύνταγμα του 1978 και οι εκφραστές της νομιμότητας έναντι του κεντρικού κράτους, είτε αυτή εκφράζεται από την παραδοσιακή δεξιά είτε από το σοσιαλδημοκρατικό παρακλάδι της Καταλονίας. Μόνοι «κερδισμένοι της ήττας» οι Ciudadanos, που κατάφεραν να αποσπάσουν τα σκήπτρα της ηγεμονίας στο δεξιό στρατόπεδο από το Λαϊκό Κόμμα (PPC). Ηττημένος και ο διάλογος.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν, η βίαια καταστολή των διαδηλώσεων και τα επεισόδια στο δημοψήφισμα και μετά, οι απεργίες που παρέλυσαν εξόν από την Καταλονία και τη χώρα ολόκληρη, οι φυλακίσεις των Καταλανών πολιτικών και η αποδημία των υπολοίπων, η προγραφή κάθε έκφρασης αυτονομιστικού πνεύματος, η βαθιά διαίρεση και καχυποψία ανάμεσα στους πολίτες της περιοχής, η επιβολή κράτους εξαίρεσης και η εγκατάσταση επιτροπείας της τοπικής διακυβέρνησης από τη Μαδρίτη, έχουν εδραιώσει ένα χάσμα που δύσκολα θα γεφυρωθεί.

Μάλιστα, η εκλογή του νέου προέδρου της Καταλονίας, Κιμ Τόρα, ενός δεδηλωμένου θαυμαστή φασιζουσών οργανώσεων, εκφραστή ρατσιστικών πεποιθήσεων τύπου «πας μη Καταλανός, βάρβαρος» (φτάνοντας να επαίρεται και για την κατάληψη της Ακρόπολης από Καταλανούς μισθοφόρους στα 1300), παγιώνει την ανυποχώρητη εθνικιστική προσέγγιση στο Καταλανικό.

Ηττημένη βγαίνει, συνθλιμμένη ανάμεσα στις Συμπληγάδες του εθνικισμού και η μεταρρυθμιστική κοινωνική πολιτική που είχε ξεκινήσει στη μητρόπολη της Βαρκελώνης η δήμαρχος Αντα Κολάου, που είχε στηρίξει τη δράση της στην προστασία της λαϊκής κατοικίας, στην εργασία και την ισονομία των πολιτών.

Η εθνικιστική υστερία μετατόπισε την πολιτική από την κοινωνία στη σφαίρα της μεταφυσικής και της κοινωνικής ψυχολογίας.

Το πρόταγμα για ένα πρόγραμμα υπέρ της κοινωνίας των πολιτών, με την ενσωμάτωση όλων, ακόμη και των μεταναστών (ήταν η μόνη πόλη που θέλησε να δεχθεί πρόσφυγες από Συρία και Ιράκ) ακυρώθηκε μέσα από τα συνθήματα.

Ηττημένες βρέθηκαν και οι αριστερές δυνάμεις στην περιφέρεια. Αφενός, οι Podemos, που τηρώντας μια μετριοπαθή στάση, πραγματιστικά ζητώντας να υπάρξουν για τη λύση του Καταλανικού κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις προς την κατεύθυνση πρώτα της αλλαγής του παρωχημένου και καταπιεστικού Συντάγματος του 1978 όσον αφορά τις αυτονομίες των περιφερειών, ως προκαταρκτικού βήματος για την προετοιμασία μιας λελογισμένης μελλοντικής ανεξαρτησίας.

Η παράταξη δεν κατόρθωσε, παρά τις πρωτοβουλίες με ομόλογα κινήματα σε άλλες περιφέρειες, να αρθρώσει ένα πειστικό, μεσολαβητικό και ενδιάμεσο, πρόγραμμα και καταποντίστηκε εκλογικά.

Ακόμη περισσότερο, κατακρημνίσθηκαν οι αντικαπιταλιστές του CUP, που, λησμονώντας την προγραμματική τους αρχή, να παλέψουν κατά της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, συντάχθηκαν με τους πολιτικούς εχθρούς τους, αγνοώντας ότι πρώτιστη προγραμματική αρχή τους είναι η διατήρηση της περιοχής στις αρχές της Ε.Ε. και του πολιτικο-οικονομικού status quo, χάνοντας στο πλαίσιο της κάθετης διαπερατότητας του αυτονομισμού την υποστήριξη της νεολαίας που χιμαιρικά αγκάλιασε το «ετερόφωτο» όραμα της ανεξαρτησίας.

Ηττημένη μέσα από την οξύτητα της σύγκρουσης και η όποια ελπίδα για τη μεταρρύθμιση του μεταπολιτευτικού Συντάγματος και των προβλέψεών του για την αυτονομία. Η βιαιότητα και η ακαμψία όλων των πλευρών οδήγησε και τους Σοσιαλιστές του PSOE, ίσως τη μόνη παράταξη που θα υπήρχε δυνατότητα να συναινέσει σε κάποιου είδους συνταγματική μεταρρύθμιση, να καταταχθούν στις γραμμές των άτεγκτων αντιπάλων της ανεξαρτησίας.

Ηττημένη βγήκε και η επίπλαστη εικόνα της Καταλονίας ως οικονομικής ατμομηχανής της χώρας και υποδοχέα εταιρειών αιχμής – η «πρόθυμη» φυγή εταιρειών απέδειξε πως το κεφάλαιο δεν γνωρίζει κι αποδέχεται ιδεολογίες, πλην αυτής του κέρδους και είναι, όπως συνέβη και επί Φράνκο, έτοιμο να στηρίξει εκείνον που πιστεύει ότι θα το προστατεύσει και θα το ευνοήσει καλύτερα. Οχι μόνον μακροπρόθεσμα, αλλά hic et nunc.

Ηττημένο είναι όμως και το συνδικαλιστικό κίνημα, που αντί να σπρώχνει για κοινωνικές κι εργασιακές αλλαγές και βελτιώσεις, τάχθηκε υπέρ ενός εθνικιστικού σκοπού, που, μάλιστα, μέσω των κύριων κομμάτων που τον εκφράζουν, ταυτίζεται με τα νεοφιλελεύθερα σχέδια που υπονομεύουν κάθε έννοια κοινωνικού κράτους και δικαιωμάτων στην εργασία.

Μάλιστα, μια υποτιθέμενη ανεξαρτησία και το οικονομικό χάος που θα συνεπαγόταν θα επέβαλλε περισσότερες κοινωνικές ανισότητες και απώλειες δικαιωμάτων.

Κυρίως όμως ηττημένη βγήκε η καθημερινή ζωή στην Καταλονία, με τον πληθυσμό να δηλητηριάζεται σταδιακά από την καχυποψία και το μίσος, με τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία να προκαλεί μια τόσο βαθιά διαίρεση, που κανείς ακόμη δεν γνωρίζει πώς και πότε μπορεί να επουλωθεί.

* δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/ Γλωσσολογίας