Η κρίση νομιμοποίησης που συνοδεύει την αποστροφή των πολιτών για τα κοινά και την αποχή τους από τις εκλογικές διαδικασίες είναι δεδομένη σε μια ελληνική κοινωνία που περιέκοψε δραστικά τον ορίζοντα προσδοκιών της την τελευταία δεκαετία. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μία ενδιαφέρουσα συγκυρία, καθώς διανύουμε το μεγαλύτερο σε διάρκεια διάστημα χωρίς καμία εκλογική αναμέτρηση (τοπική, εθνική ή ευρωπαϊκή) από τη Μεταπολίτευση και έπειτα.
Σε αυτή τη συγκυρία ξεχωρίζουν οι αυτοδιοικητικές εκλογές που δείχνουν σε ορισμένες έρευνες γνώμης να κερδίζουν περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών, ενώ κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει ότι για πρώτη φορά η προτίμηση του εκλογικού σώματος θα κατανεμηθεί αναλογικά στο συλλογικό αυτοδιοικητικό όργανο (δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο). Εντός ενός τέτοιου πλαισίου αξίζει να επανεκτιμηθεί τόσο ο ρόλος του συμβούλου, όσο και η πολιτικοποίηση του θεσμού χωρίς αυτή να συνεπάγεται την κομματικοποίηση που έχουμε συνηθίσει.
Τα κόμματα είναι ο μοναδικός θεσμός συμμετοχής σε μια εθνική και ευρωπαϊκή εκλογική αναμέτρηση και η συμβολή τους στη δημοκρατική διαδικασία, γνωστή και αναμφισβήτητη παρά την πτώση της δημοτικότητάς τους. Ωστόσο, η αυτοδιοίκηση μπορεί και πρέπει να είναι ένα διαφορετικό πεδίο δημόσιας δράσης που αλληλεπιδρά με τα κόμματα χωρίς να εξαρτάται από αυτά.
Είναι διαφορετική η περίπτωση ενός υποψηφίου που δρα σε ένα κόμμα κομίζοντας και επικοινωνώντας ιδεολογικές προσεγγίσεις και κοινωνικές αναφορές, με την περίπτωση ενός αμιγώς κομματικού υποψηφίου που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη γνώση του εσωκομματικού συστήματος και στις προσβάσεις που έχει στην ηγεσία και τα στελέχη.
Στις ερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές εμφανίζεται η ευκαιρία να γνωρίσουμε τους συμβούλους που θα συμβάλουν στην αναβάθμιση του θεσμού που καλούνται να υπηρετήσουν. Εχει σημασία να αναζητηθούν εκπρόσωποι που προβάλλουν ως προτεραιότητα συγκεκριμένες κοινωνικές συμμαχίες, που διαθέτουν εμπειρίες κοινωνικής δράσης με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, οι οποίες επηρεάζουν με τη σειρά τους τις προσδοκίες τους για τον ρόλο που σκοπεύουν να αναλάβουν.
Χρειαζόμαστε εκπροσώπους που πολιτικοποιούν την αυτοδιοίκηση στρέφοντας τη συζήτηση στη συλλογικότητα, αντί της προσωπικής προβολής. Εχουμε ανάγκη οι λέξεις να σημαίνουν κάτι και ο «νέος» να μην είναι κάθε ένας που έχει ηλικία κάτω ή λίγο πάνω από 30 έτη ή η «πρόοδος» να μην είναι απλά μια λέξη σε ένα προεκλογικό φυλλάδιο.
Η αυτοδιοίκηση μπορεί να φέρει ξανά τον κόσμο στις εκλογικές διαδικασίες αν τον πείσει πως ο ίδιος συμμετέχει επηρεάζοντας την καθημερινότητά του και πως δεν ψηφίζει ένα πρόσωπο που απλά ξέρει, είναι «καλό παιδί» ή «επαγγελματικά επιτυχημένος». Με σαφή την ιδεολογική του ταυτότητα, με κοινωνικές αναφορές σε όσους προσδοκά ο καθένας να επαναφέρει στην κάλπη και με την απαραίτητη διοικητική κατάρτιση για την υλοποίηση της ατζέντας του, ο κάθε υποψήφιος μπορεί να προσδώσει στη συζήτηση πολιτικά χαρακτηριστικά και να ξεφύγει από μία απροσδιόριστη και κατά βάθος αντιπολιτική διάκριση ανάμεσα σε ικανούς και μη ικανούς.
* Υποψήφιος διδάκτορας Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ
