ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χαρά Τζαναβάρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ολόκληρο το τίμημα του 1,364 δισ. ευρώ θα είχε χαθεί αν είχε υλοποιηθεί η σύμβαση που είχε μονογράψει τον Σεπτέμβριο του 1993 η τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τον γερμανικό όμιλο Hochtief για το νέο αεροδρόμιο στα Σπάτα.

Η αποστασία στους κόλπους της Ν.Δ. και η προκήρυξη πρόωρων εκλογών έφεραν την ακύρωση της αρχικής συμφωνίας και έπειτα από διαπραγματεύσεις οδηγηθήκαμε στη σύμβαση για το «Ελ. Βενιζέλος», που κυρώθηκε με τον νόμο 2338/1995.

Η σημαντικότερη αλλαγή που πέτυχε ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Κώστας Λαλιώτης είναι η μείωση του χρόνου παραχώρησης από τα 50 στα 30 χρόνια, που είχε συναντήσει τότε την έντονη αντίδραση της Ν.Δ., ενώ ο Στέφανος Μάνος είχε αρθρογραφήσει για τις αρνητικές συνέπειες της συγκεκριμένης.

Υπήρχε πρόβλεψη της σύμβασης του 1995 για δυνατότητα παράτασης για μία εικοσαετία, που αξιοποιήθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση και οδήγησε στο αρχικό τίμημα των 600 εκατ. ευρώ, το οποίο ύστερα από παρέμβαση των Βρυξελλών οδηγήθηκε στον υπερδιπλασιασμό του και στο 1,364 δισ. ευρώ.

Η σοβαρή απόκλιση είχε επισημοποιηθεί τον περασμένο Ιούνιο, ενώ η πλευρά του ΤΑΙΠΕΔ, που έχει την ευθύνη του διαγωνισμού, είχε υποστηρίξει τότε ότι οι εκτιμητές του είχαν στηριχτεί σε παλαιότερα στοιχεία και δεν είχαν πάρει υπόψη τους την κατακόρυφη άνοδο της επιβατικής κίνησης και των εσόδων τη διετία 2016-17, που συνεχίζεται και φέτος με αύξηση 10%. Χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι του ΤΑΙΠΕΔ στο συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι η Eurobank και η Lamda Infrastructure Finance S.A., ενώ στη νομική στήριξη οι εταιρείες Ποταμίτης-Βεκρής και η Clifford Chance.

Η Ν.Δ., πάντως, επιχειρεί να παρακάμψει το παρελθόν του κόμματος και χθες εξέδωσε ανακοίνωση για να συντηρήσει τη σκανδαλολογία στην οποία στηρίζει την αντιπολιτευτική τακτική της. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που την καθιστούν υπόλογη στον ελληνικό λαό.

Η συμφωνία που είχε πετύχει το 1995 η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ ήταν επί πολλά χρόνια αφορμή για αντιπολιτευτικές επιθέσεις και μπαράζ ερωτήσεων στη Βουλή, καθώς και για μετωπικές συγκρούσεις ανάμεσα στον Κώστα Λαλιώτη και τον πρώην πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Το 2001 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ είχε καταθέσει στη Βουλή μελέτη του διεθνούς οίκου Ernst & Young, σύμφωνα με την οποία το συνολικό όφελος του Δημοσίου με την τελική σύμβαση ξεπερνά τα 100 δισ. δραχμές, πάνω από 330 εκατ. ευρώ σε τιμές 1995.

Μεταξύ άλλων η σύμβαση που είχε μονογραφεί από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προέβλεπε:

● Τα ίδια κεφάλαια της Hochtief θα ήταν 180 εκατ. ευρώ και με αυτά θα εξασφάλιζε το 60% των μετοχών για 50 χρόνια. Με τη διαπραγμάτευση, το ποσό παρέμεινε το ίδιο, αλλά οι Γερμανοί περιορίστηκαν στο 40% και η διάρκεια της σύμβαση είχε μειωθεί στα 30 χρόνια. Το Δημόσιο αύξησε τη συμμετοχή του από το 40% στο 55%, ποσοστό που διατηρεί ώς σήμερα, αλλά διαχειριστής για το 25% είναι το υπερταμείο και το 30% ανήκει στο ΤΑΙΠΕΔ, που προβλέπεται να πουληθεί με χωριστό διαγωνισμό, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας για την 20ετή παράταση της σύμβασης.

● Η ανάδοχος κοινοπραξία θα είχε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης για 99 χρόνια στην «ουδέτερη» ζώνη του αεροδρομίου που καλύπτει 22.000 στρέμματα. Το προνόμιο καταργήθηκε με τη σύμβαση του 1995.

Τι λέει το υπουργείο Οικονομικών

«Η Ν.Δ., ελλείψει αντιπολιτευτικού λόγου, προσπαθεί να ανακαλύψει “ενδείξεις ενός τεράστιου σκανδάλου” στην υπόθεση της παράτασης της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών», αναφέρει σε χθεσινή ανακοίνωσή του το υπουργείο Οικονομικών και δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις, σημειώνοντας πως είναι «η αλήθεια την οποία μάλλον επιλέγει να αγνοεί η Ν.Δ.». Υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα παράτασης της σύμβασης του αεροδρομίου, που αποτελούσε ένα από τα προαπαιτούμενα της δεύτερης αξιολόγησης, μεταβιβάστηκε στο ΤΑΙΠΕΔ το 2011, όταν υπουργός Οικονομικών ήταν ο πρώην συνέταιρος της Ν.Δ., Ευάγγ. Βενιζέλος. Σημειώνει ακόμη ότι στο ΤΑΙΠΕΔ συμμετέχουν ως παρατηρητές εκπρόσωποι της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της ευρωζώνης.

«Για λόγους ασφάλειας του εγχειρήματος», επισημαίνει το υπουργείο, η κυβέρνηση επέλεξε, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας, να προηγηθεί η σύμφωνη γνώμη της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε. και τονίζει πως «έπραξε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συνήθιζαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις», ώστε να μην πληρώνει η χώρα υπέρογκα πρόστιμα.