Η δοκιμαστική έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου στο ακίνητο Αφάντου της Ρόδου, από τις 12 Απριλίου έως τις 31 Αυγούστου, κατέδειξε -μέσα από 841 συνολικά δοκιμαστικές τομές- ότι οι αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν δεν παρεμποδίζουν την πραγματοποίηση της σχεδιαζόμενης επένδυσης.
Ετσι, για άλλη μια φορά καταρρίπτεται το επιχείρημα «αρχαιότητες και επενδύσεις δεν συμβαδίζουν» που υποστήριξαν και δρομολόγησαν προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Πολιτισμού, αντί να διαχειριστούν σοβαρά ζητήματα προς όφελος του Δημοσίου και με κατεύθυνση την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη.
«Στο ακίνητο “Νότια Αφάντου” διανοίχτηκαν 475 αρχαιολογικές τομές σε συνολικά 156 χωροθετημένους τομείς και αποκαλύφθηκαν οικοδομικά κατάλοιπα, πιθανότατα Ελληνιστικής Περιόδου, καθώς και κατάλοιπα εγγειοβελτιωτικών έργων της εποχής της Ιταλοκρατίας», αναφέρει η ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού.
«Κατά τη δοκιμαστική διερεύνηση στο ακίνητο “Βόρειο Αφάντου”, διανοίχτηκαν 366 αρχαιολογικές τομές και εντοπίστηκαν αρχαία σε τρεις από τις έντεκα συνολικά θέσεις που ερευνήθηκαν. Οριοθετήθηκε αρχαίο νεκροταφείο, που χρονολογείται μετά τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., στην ανατολική πλευρά του λόφου της Βίγλας, σε μία έκταση περίπου 40 στρεμμάτων. Σύμφωνα με την αρμόδια Εφορεία, η δοκιμαστική έρευνα στο ακίνητο Αφάντου κατέδειξε ότι οι αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν, δεν παρεμποδίζουν την πραγματοποίηση της σχεδιαζόμενης επένδυσης», καταλήγει η ανακοίνωση.
»Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, ο υφυπουργός Πολιτισμού, Κώστας Στρατής, προχώρησε στην ακόλουθη δήλωση: «Οι αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου στην Αφάντου όχι μόνο δεν αποτελούν εμπόδιο για την πραγματοποίηση της επένδυσης, αλλά μπορούν, μέσα από την κατάλληλη ανάδειξή τους, να της προσδώσουν ισχυρή προστιθέμενη αξία.
Με τον τρόπο αυτόν, μετά τις πολύκροτες υποθέσεις του Μετρό Θεσσαλονίκης και του Ελληνικού, και στην περίπτωση της Αφάντου δικαιώνεται για μια ακόμη φορά η στρατηγική που ακολουθεί αυτή η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή, για τον συνδυασμό της προστασίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς με τις επενδύσεις και την ανάπτυξη με όρους βιωσιμότητας και αειφορίας».
Να θυμίσουμε ότι η αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου στην περιοχή, που κρίθηκε επιβεβλημένη βάσει των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων -δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 21 Απριλίου στο ΦΕΚ (70/ΑΑΠ) με υπουργό Πολιτισμού τον Αριστείδη Μπαλτά-, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με την αντιπολίτευση να υποστηρίζει ότι «η κήρυξη εμποδίζει την υλοποίηση της επένδυσης».
Παρότι οι εισηγήσεις για την προστασία του αρχαιολογικού χώρου είχαν κατατεθεί από την ΕΦΑ Ρόδου ήδη από το 2013, «αλλά έμεναν βαθιά θαμμένες στα συρτάρια του υπουργείου μέχρι πολύ πρόσφατα, για λόγους που σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με το δημόσιο συμφέρον και πρέπει επιτέλους να εξηγήσουν η απελθούσα πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟΑ και το ΤΑΙΠΕΔ», όπως έγραφε ανακοίνωση εκείνης της εποχής, του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.
Ετερο σημαντικό σημείο είναι όταν το Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, σε συνεδρίαση της 29/12/2015 υπό την προεδρία του τότε γενικού γραμματέα Νίκου Μαντζάκου και σε συμφωνία με το ΤΑΙΠΕΔ, εξαίρεσε από το ΕΣΧΑΔΑ τη Ζώνη Α απολύτου προστασίας στο Βόρειο Αφάντου που το 2014 είχε συμπεριληφθεί στα όρια της επένδυσης, χωρίς να κάνει το παραμικρό για την εξαίρεσή της η τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού.
Να σημειώσουμε, επίσης, ότι την άνοιξη του 2016 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, με ομόφωνη απόφασή του, αποδέχθηκε τις εισηγήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών για αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου στην Αφάντου, με βάση την ύπαρξη σημαντικών αρχαιοτήτων. Από εκεί και πέρα, η Νέα Δημοκρατία ξεκίνησε τότε τη στοχοποίηση του υπουργείου Πολιτισμού, του ΚΑΣ, των αρχαιολόγων. Και να θυμίσουμε, τέλος, ότι η κήρυξη ενός χώρου ως αρχαιολογικού επιβάλλει κανόνες για την προστασία των αρχαιοτήτων και του περιβάλλοντός του, που οφείλουν να σέβονται όλοι, χωρίς να ακυρώνει την όποια επένδυση.
