Για προσπάθεια ανάμειξης στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ κατηγόρησε σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι το Πεκίνο θέλει να εμποδίσει τη νίκη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος λόγω της στάσης του στο εμπόριο και με τον εμπορικό πόλεμο που έχει ανοίξει.
«Η Κίνα έχει προσπαθήσει να παρέμβει στις επερχόμενες εκλογές του 2018. τον Νοέμβριο. Κατά της κυβέρνησής μου», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος στη σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
«Δεν θέλουν να κερδίσω ή να κερδίσουμε (εννοεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα), γιατί είμαι ο πρώτος πρόεδρος που προκαλεί την Κίνα στο θέμα του εμπορίου και εμείς κερδίζουμε στο εμπόριο σε κάθε επίπεδο. Δεν θέλουμε αυτοί να ανακατευτούν στις επερχόμενες εκλογές μας», τόνισε, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.
Χθες, Τρίτη, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Τραμπ ζήτησε εκ νέου «δίκαιες και ισορροπημένες» εμπορικές συναλλαγές, αναφέροντας ότι η εμπορική ανισορροπία με το Πεκίνο δεν μπορεί να είναι «ανεκτή».
Παρόμοιες κατηγορίες έχει εξαπολύσει και στο παρελθόν. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα είχε γράψει στο Twitter ότι η Κίνα «προσπαθούσε ενεργά να επηρεάσει τις εκλογές επιτιθέμενη στους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τους εργάτες μας λόγω της πίστης τους σε μένα»,
Το επίμαχο tweet ήρθε μια μέρα αφότου ο Τραμπ κλιμάκωσε τον εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο, επιβάλλοντας νέους δασμούς ύψους 200 δισ. δολαρίων σε κινεζικά προϊόντα.
Απέναντι στις κατηγορίες αυτές, η Κίνα διαψεύδει κατηγορηματικά κάθε ανάμιξη αξιώνοντας περισσότερο «σεβασμό» εκ μέρους των ΗΠΑ.
Τα πορίσματα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που αναφέρουν ανάμιξη της Ρωσίας στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 προκαλούν πονοκέφαλο στην προεδρία Τραμπ. Τον Ιούλιο, σε σύνοδο κορυφής στο Ελσίνκι, ο Τραμπ αποδέχτηκε την άρνηση του προέδρου της Ρωσίας για ανάμιξη της Μόσχας στις εκλογές αυτές και ο πρόεδρος των ΗΠΑ περιγράφει τις έρευνες για το θέμα αυτό ως ένα πολιτικό κυνήγι μαγισσών.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου κρίνονται σημαντικές αφού θα κρίνουν το κατά πόσον το Ρεπουμπλικανικό κόμμα θα διατηρήσει τον έλεγχο στο Κογκρέσο.
