ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο παρουσιάζοντας στην Κεντρική Σκηνή το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», με τη μουσική που είχε γράψει ο Μάνος Χατζιδάκις το 1961 για την παράσταση του Δημήτρη Μυράτ.

Ενας θίασος προσπαθεί να διασκευάσει σε θεατρικό έργο το διήγημα του ίδιου του Λουίτζι Πιραντέλο «Αντίο Λεονόρα!». Οι σκηνοθετικές οδηγίες δημιουργούν σύγχυση και εκνευρισμό στους ηθοποιούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και στο τέλος καταργούν τον σκηνοθέτη…

Ενα έργο για το κοινό αλλά και για τους ηθοποιούς, αφού καλούνται να το κατασκευάσουν με υλικά όχι μόνον του θεάτρου και της «κουζίνας» του, αλλά της ίδιας της προσωπικότητάς τους. Το κοινό μπαίνει από τη «σκάλα υπηρεσίας» και φτάνει σ’ ένα θεατρικό εργοτάξιο, εκεί όπου θίασος και σκηνοθέτης παλεύουν με την πρόβα. Οι θεατές θα ζήσουν έναν άλλο θεατρικό μύθο που γεννιέται εκεί μπροστά τους: τον μύθο της ανάλυσης και της αποδόμησης της θεατρικής δουλειάς.

Ολα συμβαίνουν στην ιταλική σκηνή του Τσίλερ, αλλά η δράση κατεβαίνει συχνά στην πλατεία, στους εξώστες, στο ηλεκτρολογείο όπου κινείται ο σκηνοθέτης.

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος δουλεύει το έργο επί χρόνια και εντατικά από πέρσι τον Οκτώβριο. Και τώρα όχι μόνο σκηνοθετεί αλλά παίζει και τον εαυτό του σε μια παράσταση που είναι θέατρο μέσα στο θέατρο, μυθοπλασία και πραγματικότητα.

Είναι ο πρώτος που εισήγαγε τον κινηματογράφο στο θέατρο από τη δεκαετία του ΄70. Στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» η μεγάλη οθόνη συνδιαλέγεται ξανά με τη σκηνή με δραματουργικό όχημα την πολύπλοκη σχέση δημιουργήματος και δημιουργού.

Μια σχέση «τόσο καθοριστική στο έργο του Πιραντέλο και τόσο κοντά στους προβληματισμούς του όποιου δημιουργού το αναλάβει, που κάθε φορά αποτελεί τον πυρήνα της ανάγκης να δουλεύεις πάνω στον συγκεκριμένο συγγραφέα», λέει ο σκηνοθέτης. «Σε σχέση με το αντίστοιχο έργο του, “Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” όπου ρόλοι και ηθοποιοί συναντιούνται επί σκηνής, εδώ η πορεία είναι αντίστροφη: οι ηθοποιοί αναζητούν τους ρόλους. Ενα κείμενο που σε καλεί να το επανασυγγράψεις, στοιχείο που το διαφοροποιεί από τα άλλα έργα του συγγραφέα. Αν δεν επανασυγγραφεί η βάση των δεδομένων των χαρακτήρων, το έργο κινδυνεύει να μοιάζει έως και ανούσιο. Ισως και να είναι το κρυφό αριστούργημα του Πιραντέλο. Δεν το χαρακτήριζα έτσι μέχρι που καταπιάστηκα μαζί του».

• Επειδή από τη φύση του είναι δημιουργικά ατελές;

Είναι μισογραμμένο, δεν θα μπορούσε να γραφεί κανονικά καθώς οι βασικοί χαρακτήρες είναι οι ηθοποιοί που το παίζουν. Η γραφή στο πρωτότυπο σκιτσάρει αδρά τους χαρακτήρες. Οταν όμως γίνουν Λυδία Φωτοπούλου, Γιάννης Βογιατζής, Ράνια Οικονομίδου, Αλέξανδρος Βάρθης, ξαφνικά το έργο ζητά να ξαναγραφτεί γιατί οι ηθοποιοί με τα ονόματά τους παίζουν πάνω στη σκηνή όπως κι εγώ. Αρα παίζουμε τους εαυτούς μας που βεβαίως δεν μπορεί να είναι γραμμένοι από τον Πιραντέλο.

• Η διανομή είναι λοιπόν καθοριστικός παράγοντας.

Απολύτως. Από τη στιγμή που είχα δεδομένη τη διανομή, ξεκίνησα να το γράφω. Η γνησιότητα των όσων θα προκύψουν στην επανασυγγραφή και στη σκηνή είναι τόσο πιο εξασφαλισμένη όσο πιο βαθιά είναι η σχέση μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιών αλλά και των ηθοποιών μεταξύ τους. Οσο πιο βιωματικά στέρεη είναι αυτή η σχέση τόσο πιο αβίαστα προκύπτουν οι σκηνές που γράφονται στη δεύτερη φάση της γραφής.

• Πώς είναι να επανασυγγράφεις ένα κείμενο πάνω στους ηθοποιούς;

Μαγικό αλλά οδυνηρό γιατί μπορεί να παίζουμε τους εαυτούς μας, όμως οι ανάγκες του έργου μάς οδηγούν στο να δημιουργήσουμε καταστάσεις μέσα στις οποίες πρωταγωνιστούμε αλλά όχι ακριβώς με τα βιώματα που έχουμε. Σ’ αυτό το έργο, κάποια στιγμή, πρέπει να τσακωθούμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια ατμόσφαιρα τεχνητής έντασης μέσα από την οποία προκύπτουν αυτά που θα προέκυπταν αν τσακωνόμασταν στ’ αλήθεια. Γι’ αυτό λέω ότι είναι και οδυνηρό.

Τα επίπεδα του έργου είναι πολλά. Είμαστε οι εαυτοί μας στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, είμαστε οι εαυτοί μας κάπως παραλλαγμένοι για τις ανάγκες του έργου -δηλαδή τι θα συνέβαινε αν…-, είμαστε οι ρόλοι τους οποίους πρέπει να υποδυθούμε. Και μέσα σ’ αυτούς τους ρόλους που πρέπει να υποδυθεί ο κάθε ηθοποιός υπάρχει κι άλλος ένας ρόλος τον οποίο υποδύεται ο προηγούμενος ρόλος…

• Σαν μια σειρά από μπάμπουσκες…

Φτάσαμε στο σημείο να μετρήσουμε έξι και επτά επίπεδα μυθοπλασίας το ένα μέσα στο άλλο. Και μάλιστα σε μία από τις σκηνές απροκάλυπτα: Η Γιούλικα Σκαφιδά όπως έρχεται στην πρόβα. Η Γιούλικα που παίζει τον εαυτό της στην πρόβα. Η Γιούλικα που παίζει έναν εαυτό της κάπως παραλλαγμένο. Η Γιούλικα που παίζει τη Μομίνα η οποία παίζει κι έναν άλλο ρόλο επειδή αγαπάει το θέατρο, την Ιουλιέτα στη δική μας παράσταση…

• Δεν είναι κάπως ανοίκειο οι ηθοποιοί να διαπραγματεύονται τη δουλειά τους στη σκηνή με υλικό της ζωής τους; Ευάλωτοι, εκτεθειμένοι τόσο ανοιχτά, παίζοντας με το όνομά τους;

Ο καθένας το διαχειρίζεται με την προσωπικότητά του, τον δικό του τρόπο δουλειάς. Είναι πολύ δύσκολο να παίξεις τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν παίζεις τον εαυτό σου όπως είναι αλλά οφείλεις να τον υποδυθείς μέσα από τη συνθήκη που απαιτεί το έργο. Ή να τσακωθείς μ’ έναν αγαπημένο συνάδελφό σου. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλο έργο που να βάζει τους ηθοποιούς στη σκηνή με τους εαυτούς τους.

• «Ζω ανάμεσα σ’ ένα σωρό καθρέφτες κι ένα σωρό μάτια που με παρατηρούν», έγραφε ο Πιραντέλο το 1933 στο ημερολόγιό του. Αυτό μας λέει στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»;

Μιλάει για την απίστευτα γοητευτική περιπλάνηση πάνω στη συνοριακή γραμμή μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Μας λέει ότι ο καθένας είναι πολλοί μαζί, ανάλογα με τις δυνατότητες που διαθέτει για να υπάρξει. Κι ας έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ένας κι ότι αυτός ο ένας συνιστά τον εαυτό μας σε κάθε πράξη. Η λατρεία του Πιραντέλο για το θέατρο απαιτούσε έναν ακόμα ύμνο γι’ αυτό. Η συνεχής προβληματική για το ποιοι είμαστε, ποιοι φαινόμαστε, ποια είναι η σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, η σχέση του ερμηνευτή με τον ρόλο.

• Ποιο απ’ όλα τα εγώ μας μπορεί να είναι πολύτιμο;

Το ουσιαστικό εγώ είναι εκείνο που μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια. Αυτό που αναρωτιέται για τα υπόλοιπα πολλά εγώ.

• Αρκεί να υπάρχει…

Μα γι’ αυτό, το εγώ που αναρωτιέται είναι τόσο σημαντικό. Ξυπνάει μέσα μας την ανάγκη να κοιταχτούμε όχι σ’ έναν αλλά σε πολλούς καθρέφτες για να αποκτήσουμε την επίγνωση ότι ο καθένας είναι πολλοί άνθρωποι μαζί που συνθέτουν τον έναν. Αυτός ο προβληματισμός πάνω στην αντιμετώπιση της πολλαπλότητάς μας μας βοηθάει να γίνουμε καλύτεροι.

• Κι όταν το καθρέφτισμα μας απογοητεύει;

Αποκλείεται να μη συμβεί. Και μόνο που θα απογοητευτούμε από κάποιους εαυτούς μας είναι κέρδος. Είναι το αυτοψυχαναλυτικό παιχνίδι του Πιραντέλο που κάνει στον σκηνοθέτη, τον ηθοποιό, τον θεατή, τον αναγνώστη. Βέβαια όσο μεγαλώνουμε οι διάφοροι εαυτοί συγκλίνουν σε έναν. Πολλοί χλομιάζουν, παραιτούνται, εξαφανίζονται. Οπως πεθαίνει το παιδί που ήσουν, άσχετα αν το κουβαλάς μέσα σου.

Οθόνη ακραίου ρεαλισμού και ακραίας μυθοπλασίας

• Πάντα αφήνει η σκηνή διαθέσιμο χώρο να κατοικηθεί και από τον κινηματογράφο;

Υπάρχει πάντα ο χώρος, η απουσία της τεχνολογίας δεν μας επέτρεπε να τον φανταστούμε όπως κι αυτόν της μουσικής, των φωτισμών. Στις αρχές του περασμένου αιώνα ποιος φανταζόταν ότι μια παράσταση έχει τη μουσική της, όχι αυτήν που παίζει μια ορχήστρα κάτω από τη σκηνή; Κι ακόμα παλαιότερα ποιος φανταζόταν ότι με τους φωτισμούς μπορείς να απομονώσεις έναν ηθοποιό την ώρα που μιλάει, ότι μπορείς να δημιουργήσεις μια μαγεία στη σκηνή;

Το ίδιο συνέβη και με τον κινηματογράφο που ως περισσότερο δύσκολης τεχνολογίας άργησε να μπει στο θέατρο. Για μένα ο κινηματογράφος στο θέατρο είναι οπτική μουσική. Συνδιαλέγεται με τη θεατρική δράση, δεν υπάρχει ποτέ αυτόφωτος, αυτοδύναμος, δεν καπελώνει.

Ο κινηματογράφος, η μουσική, οι φωτισμοί συλλειτουργούν ως οργανικοί ιστοί παράλληλα με το κείμενο μέσα στην παράσταση, για να δημιουργήσουν το αποτέλεσμα στο οποίο στοχεύεις. Δεν πρόκειται για «επενδύσεις», δυσανασχετώ ακούγοντας τον όρο «μουσική επένδυση». Η μουσική δεν έχει ρόλο ενδύματος, συμπορεύεται με ό,τι γίνεται στη σκηνή.

• Ο τρόπος που λειτουργεί η διαλεκτική σχέση σκηνής-κινηματογράφου στις παραστάσεις σας είναι αριστοτεχνικός. Εξαιτίας αυτής της σχολαστικής φροντίδας για ένα απαιτητικό αποτέλεσμα αισθητικά και τεχνικά, έτυχε ποτέ να παραμελήσετε τη σκηνή αυτή καθεαυτή;

Οταν μοιράζεις τον χρόνο σε δύο δεκάωρα εργασίας για την πρόβα με τους ηθοποιούς και για το κινηματογραφικό μέρος, αυτό δεν θα συμβεί. Η διδασκαλία των ρόλων είναι το πρώτο μέλημα μετά τη διασκευή. Οπως οι ηθοποιοί συνυπάρχουν στη σκηνή με τη μουσική, έτσι συνυπάρχουν και με τον κινηματογράφο.

Από τις τεχνικές πρόβες είναι ήδη προδιατεθειμένοι για τον διάλογο με τον ηθοποιό στην οθόνη. Και μόνο που βλέπουν εκεί το είδωλο του άλλου μπαίνουν σε μια σχέση, ίσως πιο μαγική από τη ρεαλιστική αντιμετώπισή του στη σκηνή.

Δημιουργείται μια συνθήκη κάπως υπερβατική και εξαιτίας αυτού προκύπτουν πράγματα αναπάντεχα θετικά για την παράσταση. Το σκηνικό είναι στο πρώτο μέρος ρεαλιστικό όπως και ο κινηματογράφος και στο δεύτερο γίνεται υπερβατικό μέσα από την πραγμάτωση της κοινής πλέον ενόρασης του έργου που πάει να υπάρξει από μόνο του, πέρα από εμάς.

• Πώς θα λειτουργήσουν οι προβολές;

Με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι μέσα από έναν ακραίο ρεαλισμό. Η οθόνη δείχνει εικόνες από τη θεατρική «κουζίνα», στιγμιότυπα από πρόβες σε διάφορες φάσεις. Ετσι αναπαράγουμε τους αυτοσχεδιασμούς μας και είμαστε ειλικρινείς απέναντι στους θεατές ως προς τον τίτλο του έργου, «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», καθώς ποιος να πιστέψει ότι αυτοσχεδιάζουμε κάθε μέρα με το ίδιο κείμενο, την ίδια συνθήκη;

Σ’ αυτά τα στιγμιότυπα ακραίου ρεαλισμού βλέπεις τους ηθοποιούς να αναρωτιούνται για τους ρόλους τους, παρακολουθείς ένα κομφούζιο καταστάσεων. Ο δεύτερος τρόπος λειτουργίας της οθόνης είναι μέσα από μια επίσης ακραία μυθοπλασία, που προβάλλει αυτό που ονειρευτήκαμε να κάνουμε αλλά δεν το φτάσαμε ποτέ.

Οταν ο θίασος διώχνει τον σκηνοθέτη

• Εσείς, ο σκηνοθέτης, για πρώτη φορά πάνω στη σκηνή ως σκηνοθέτης… Μάλιστα υπό διωγμό από τον θίασο και ενώπιον κοινού…

Θεώρησα ότι ο σκηνοθέτης του έργου μέσα στο έργο πρέπει να είναι ο πραγματικός σκηνοθέτης. Νομίζω πως η τεράστια επιτυχία της παράστασης του Μυράτ οφειλόταν κατά πολύ στο ότι ο ίδιος υποδυόταν τον σκηνοθέτη. Ανεβαίνω στη σκηνή ως ο εαυτός μου που προτείνει τους συγκεκριμένους αυτοσχεδιασμούς πάνω στο διήγημα του Πιραντέλο.

Μετά κάθομαι στο ηλεκτρολογείο, όπως συνηθίζουν οι σκηνοθέτες. Κάποια στιγμή πηγαίνω στο βασιλικό θεωρείο απ’ όπου γίνεται η μεγάλη σύγκρουση με τους ηθοποιούς – γιατί πρέπει να τσακωθούμε και να με διώξουν…

• Τι σας… καταλογίζει ο θίασος;

Είναι οι γνωστές αντιθέσεις μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιών: Ο ηθοποιός νιώθει πιόνι στη σκακιέρα του σκηνοθέτη, δεν ερωτάται για την άποψή του, καλείται να υπηρετήσει ένα όραμα το οποίο έχει αυτοσκοπό την αποδόμηση… Ο σκηνοθέτης παραπονιέται ότι οι ηθοποιοί δεν μπορούν να συλλάβουν το σύνολο της σκηνικής δημιουργίας που πασχίζει για να συμβεί.

• Πώς νιώθετε ως σκηνοθέτης που «βιώνει» την αμφισβήτηση του ρόλου του στη διάρκεια της παράστασης;…

Είμαι μαζί τους, με τα πλάσματα του συγγραφέα και του σκηνοθέτη, με τους ηθοποιούς. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης είναι ο πρώτος θεατής των ηθοποιών, αυτός που έχοντας την εποπτεία απέξω προλαβαίνει να διορθώσει, ο πρώτος που θα κρίνει το αποτέλεσμα. Δεν έχω παίξει ποτέ μου.

Απολαμβάνω το πρωτόγνωρο να ακούω παρατηρήσεις από τους σπουδαίους συνεργάτες μου, βοηθούς σκηνοθέτες Μανώλη Δούνια και Μαρία Βαρδάκα. Αυτά που λέω είναι ο εαυτός μου και καθώς έχω αρκετά μεγάλα κείμενα, ύστερα από την κούραση της προετοιμασίας, ανησυχώ λίγο μήπως ξεχάσω τα λόγια μου…

• Θα αυτοσχεδιάσετε. Αλλωστε το προτρέπει το έργο…

• Η Αθήνα κατέχει το ρεκόρ παραγωγής θεατρικών παραστάσεων. Παρακολουθείτε τι γίνεται; 

Δεν είμαι αδηφάγος θεατής, σίγουρα όμως κάτι πολύ καλό δεν θα το χάσω. Ναι, έχουμε πολύ θέατρο, με τα καλά και τα κακά του. Εγώ θέλω να βλέπω μόνο τα καλά αυτής της υπερβολής. Η θεατρολαγνεία των Ελλήνων, στο κάτω κάτω της γραφής, μας επιτρέπει να βλέπουμε κάθε μέρα καινούργια πράγματα, κάτι που δεν ισχύει για τους Παριζιάνους, τους Λονδρέζους, τους Βερολινέζους… 

• Συνδέεται με την εθνική μας ιδιοσυγκρασία, την τάση να παίζουμε… 

Είναι φαινόμενο καθαρά και αποκλειστικά ελληνικό. Μας διακρίνει ένα «ντοπάρισμα» εθνοκεντρικής υφής, ότι το θέατρο είναι ελληνικής καταγωγής, κάτι που δεν είναι ψέμα. Οπως η εθνική τέχνη των Ιταλών είναι το μελόδραμα, η εθνική τέχνη των Ελλήνων είναι το θέατρο. Δεν είναι τυχαίο που μια πόλη σαν την Αθήνα έχει περισσότερες παραστάσεις απ’ ό,τι το Λονδίνο και το Παρίσι.

Από παιδί θυμάμαι εκδρομές στην Επίδαυρο, οικογένειες που πήγαιναν χωρίς καμιά ιδιαίτερη κουλτούρα. Είναι σχεδόν ένα «καθήκον»… Και βέβαια ισχύει κι αυτό που λες. Μια θεατρικότητα της έκφρασής μας ως λαού μέσα από υπερβολή την οποία εγώ βρίσκω, εν τέλει, θετική. Η υπερβολή είναι ο ανθός της αλήθειας. Είμαστε υπερβολικοί γιατί θέλουμε την αλήθεια μεγεθυσμένη, ωραιοποιημένη. 

• Ομως έτσι δεν φτάνουμε τελικά σ’ ένα ψέμα; 

Σ’ ένα ψέμα καλόβουλο και καλοπροαίρετο. Στο παραμύθιασμα της ίδιας της ζωής μας. Αλλά αυτό δεν είναι πάντα κακό. Γιατί να μην κάνουμε τη ζωή μας παραμυθένια; Γιατί να μην έχουμε λαχτάρα, πάθος; Κι αν το εξετάσεις στο ζήτημα του έρωτα, δεν είναι πιο ωραίο να λες στον άλλο σε λατρεύω παρά να είσαι προσεκτικός, ψύχραιμος, να περιμένεις να σιγουρευτείς; 

• Φαίνεστε πλήρως συντονισμένος με τον ιντερνετικό κόσμο. 

Είμαι μανιακός χρήστης του διαδικτύου. Εκείνος που με εισήγαγε σ’ αυτόν πριν από 20 χρόνια ήταν ο 80χρονος τότε πατέρας μου. Η μητέρα μου, 98 χρόνων σήμερα, περνάει τη μέρα της με τον υπολογιστή. Διαβάζει εφημερίδες, στέλνει emails, επισκέπτεται μουσεία, μια και δεν μετακινείται εύκολα. Δεν μου έχουν λείψει τα βιβλία. Δεν θέλω να είμαι ασεβής, αλλά τα θεωρώ βαρίδια όταν υπάρχουν πλέον σε ηλεκτρονική μορφή.

Η μητέρα μου π.χ. μπορεί να μεγαλώσει τα γράμματα για να βλέπει, απαλλάσσεται από το βάρος στα χέρια, το γύρισμα των σελίδων. Νομίζω ότι το βιβλίο θα υποστεί ό,τι και το χειρόγραφο από τον Γουτεμβέργιο. Θεωρώ το διαδίκτυο τεράστιο αγαθό.

Ανά πάσα στιγμή μπορώ να γκουγκλάρω για την πιο απίστευτη λεπτομέρεια που αναζητώ στην έρευνά μου, κι έχω του κόσμου τις απαντήσεις που εγώ θα κρίνω ποια μου φαίνεται σωστή ή όχι, πολυτέλεια που δεν συγκρίνω με βιβλιοθήκες προσωπικές ή δημόσιες. Είναι συναρπαστικό να εξασφαλίζεις άμεση και ποικίλη πρόσβαση στη γνώση, την πληροφορία, ανέξοδα μάλιστα σε χρόνο και χρήμα. Αυτό είναι το υπερθετικό στοιχείο του διαδικτύου. 

•  Και το ανεξέλεγκτο που υπάρχει στη διάδοση της όποιας πληροφορίας; 

Ο κίνδυνος υφίσταται. Το θέμα είναι ποια χρήση επιλέγεις. Ακόμα και η επικοινωνία με τους ανθρώπους είναι πολύ πιο ουσιαστική. Επιλέγεις ανάμεσα σε χιλιάδες εκείνους με τους οποίους θα μπορέσεις να συγχρονιστείς. Στο διαδίκτυο προηγούνται οι ψυχές, αυτές συναντιούνται. Οι όψεις και τα σώματα έπονται… Λέω συχνά σε θρησκευόμενους φίλους ότι το διαδίκτυο είναι πρόβα τζενεράλε για τον Παράδεισο ή την Κόλαση. Δεν έχω fb, πιστεύω ότι αναπαράγει τα της κοινωνίας. Το να σερφάρεις επωνύμως δεν με θέλγει. Ομως μπορείς να συνομιλήσεις με ανθρώπους σε chat χωρίς επωνυμία και τότε η επικοινωνία είναι αληθινή. 

• Αλήθεια που έχει κατακτηθεί μέσω της ανωνυμίας… 

Κι αυτό μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό. Θετικό με την έννοια ότι πετάς τις μάσκες και κρατάς μόνο του ψευδώνυμου. Αλλά έχεις την ελευθερία να είσαι πραγματικά ειλικρινής όπως και οι άλλοι με τους οποίους επικοινωνείς.

Δεν υποδύεσαι κάτι, αντίθετα είσαι όσο πιο κοντά στον εαυτό σου. Πράγματι, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι της κατασκευασμένης είδησης, του ψέματος. Αλλά πώς γίνεται μέσα σε μια κοινωνία που έχει λάβαρό της την ελευθερία της έκφρασης; Εγώ βάζω στην άλλη μεριά της πλάστιγγας την ελευθερία και τον πλούτο της πληροφορίας, τη δυνατότητα της επιλογής. Σκέφτομαι πόσο πιο γρήγορα γίνονται σήμερα οι πρόβες απ’ ό,τι πριν από μια δεκαετία που η τεχνολογία ήταν ήδη εξελιγμένη. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει μέσα στα επόμενα χρόνια. 

• Μήπως τότε δεν θα χρειάζεται και η σκηνή, το θέατρο;… 

Αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Ο κινηματογράφος μπορεί να πάθει μεγάλη ζημιά, το θέατρο καμία, γιατί είναι ο ζωντανός έρωτας. Ο κινηματογράφος είναι ο αποτυπωμένος έρωτας όπως ο υπολογιστής. Το θέατρο είναι η αίσθηση της ανάγκης της αφής, σχεδόν βιολογική. Είναι η μόνη τέχνη από τον χώρο του λόγου και του θεάματος που δεν περιορίζεται στο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο της οθόνης και δεν αναπαράγεται. Είσαι εδώ και τώρα παρών, ενεργός, περικυκλωμένος από τη θεατρική δράση. 

INFO: Εθνικό Θέατρο/Κεντρική Σκηνή (Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, τηλ.: 2105288170). «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο. Μετάφραση-Διασκευή-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος. Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης. Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού. Διασκευή-Προσαρμογή-Ενορχήστρωση-Μουσική: Νίκος Κυπουργός. Σχεδιασμός ήχου-Ενορχήστρωση: Στάθης Σκουρόπουλος. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Κίνηση-Χορογραφίες: Βάλια Παπαχρήστου. Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου. Κινηματογραφικά- Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος-Αγγελος Παπαδόπουλος. Διευθυντής φωτογραφίας-Ειδικά εφέ: Αγγελος Παπαδόπουλος. Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Παίζουν: Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, Μαρία Βαρδάκα, Αλέξανδρος Βάρθης, Γιάννης Βογιατζής, Δημήτρης Κακαβούλας, Δημήτρης Μαυρίκιος, Γιώργος Μπένος, Ράνια Οικονομίδου, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, Στέφανος Παπατρέχας, Γιούλικα Σκαφιδά, Νεκτάριος Φαρμάκης, Λυδία Φωτοπούλου. Συμμετέχουν: Μιχάλης Αρτεμησιάδης, Γιάννης Αρτεμησιάδης. Μουσικός επί σκηνής: Λιλή Νταλανίκα.