ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Αγρολάμπος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μία νέα αρχή στις γερμανοτουρκικές σχέσεις προσδοκούσε ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν με την επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία. Το Βερολίνο όμως κατέστησε σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει νέα αρχή χωρίς σαφείς πολιτικές δεσμεύσεις από την πλευρά της Αγκυρας για επιστροφή στις αρχές του κράτους δικαίου.

Η γερμανική κυβέρνηση προσπάθησε όλες τις προηγούμενες ημέρες να διαχειριστεί τις προσδοκίες της επίσκεψης Ερντογάν και παράλληλα να κατευνάσει τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης στο εσωτερικό της Γερμανίας. Οι απουσίες των κορυφαίων πολιτικών παραγόντων και της καγκελαρίου από τη δεξίωση του προέδρου Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ προς τιμήν του Τούρκου προέδρου, αλλά και οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας και του υφυπουργού Μ. Ροτ αυτόν τον στόχο είχαν: να δώσουν ένα πολιτικό πλαίσιο στον Τ. Ερντογάν, ένα παράθυρο ευκαιρίας, όπως επισημαίνουν οι συνεργάτες τους, για να αρχίσει η διαδικασία επαναπροσέγγισης.

Και ο ίδιος ο Φ. Β. Σταϊνμάγερ, λίγο πριν υποδεχτεί στο Προεδρικό Μέγαρο τον Ταγίπ Ερντογάν, οριοθέτησε τις προσδοκίες: «Αυτή η επίσκεψη δεν είναι ένδειξη εξομάλυνσης, βρισκόμαστε ακόμη μακριά, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει μία αρχή», τόνισε ο Γερμανός πρόεδρος και αναφέρθηκε στις άμεσες προσδοκίες της Γερμανίας: «Αναμένουμε μετά το τραύμα του αποτυχημένου πραξικοπήματος το 2016 την επιστροφή της Τουρκίας σε συνθήκες κράτους δικαίου. Δεν μπορούμε και δεν πρόκειται να δεχτούμε την άσκηση πιέσεων στα μέσα ενημέρωσης, τη δικαιοσύνη και τα συνδικάτα».

Οι στόχοι των δύο πλευρών ήταν εξαρχής ασύμβατοι. Ο Τ. Ερντογάν επιζητούσε μία δήλωση εμπιστοσύνης από την κυβέρνηση της Α. Μέρκελ στις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας που εξακολουθεί να βυθίζεται στην αβεβαιότητα. Επιπλέον ήθελε να σπάσει την αίσθηση απομόνωσης και να εκμεταλλευτεί την αντιπαράθεση Γερμανίας- ΗΠΑ στην αντιπαράθεση που έχει ο ίδιος με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ως προς την οικονομία τα μηνύματα του Βερολίνου ήταν ξεκάθαρα αρνητικά από την προηγούμενη εβδομάδα, στη συνάντηση του υπουργού Οικονομικών Ο. Σολτς με τον Τούρκο ομόλογό του Μ. Αλμπαϊράκ, στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση οι γερμανικές εταιρείες θεωρούν τις επενδύσεις στην Τουρκία υψηλού ρίσκου λόγω του καθεστώτος Ερντογάν.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη, βάζοντας στην ατζέντα και το θέμα των σχέσεων της Γερμανίας με τους Κούρδους, το ζήτημα του ΡΚΚ, όπως και της λειτουργίας ιδρυμάτων του ιμάμη Φ. Γκιουλέν.

Από την πλευρά του αναφέρθηκε εν είδει ανταλλάγματος στην υλοποίηση της συμφωνίας με την Ε.Ε. για τους πρόσφυγες και τη διευθέτηση του ζητήματος του θύλακα της Ιντλίμπ στη Συρία.

Επιπλέον, όπως έγινε γνωστό, χθες λίγη ώρα πριν από την επίσημη συνέντευξη, η τουρκική πρεσβεία απαίτησε τον αποκλεισμό Τούρκων ανταποκριτών που ασκούν κριτική στο καθεστώς Ερντογάν και παράλληλα έθεσε εκ νέου ζήτημα έκδοσης 69 Τούρκων που ζουν στη Γερμανία, μεταξύ των οποίων είναι και ο πρώην αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» Τζαν Ντουντάρ.

O δημοσιογράφος δεν ήταν στη συνέντευξη και με tweet επισήμανε ότι σημασία έχουν οι ερωτήσεις και όχι ποιος τις διατυπώνει. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για την απουσία του δημοσιογράφου ο Τ. Ερντογάν επιβεβαίωσε ότι ζήτησε την έκδοσή του και πρόσθεσε χαρακτηριστικά ότι «ο πράκτορας θα έπρεπε να είναι στη φυλακή, καθώς έχει καταδίκη 5 χρόνια και 10 μήνες για διαρροή κρατικών μυστικών».

Η καγκελάριος επέκρινε και δημοσίως τον Τούρκο πρόεδρο, λέγοντας ότι οι διαφορές τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του Τύπου και το κράτος δικαίου είναι βαθιές και πρόσθεσε ότι θα συνεχίσει τις προσπάθειες για την απελευθέρωση των πέντε Γερμανών που παραμένουν φυλακισμένοι στην Τουρκία. Ο Τ. Ερντογάν επανέλαβε ότι αυτό είναι θέμα των ανεξάρτητων δικαστικών αρχών.

Η μόνη συμφωνία που προέκυψε αφορά τη διενέργεια τετραμερούς διάσκεψης Γερμανίας, Τουρκίας, Ρωσίας και Γαλλίας για το Ιντλίμπ της Συρίας, τον Οκτώβριο.

Πέραν των λεπτών ισορροπιών στις σχέσεις της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ η καγκελάριος της Γερμανίας είναι αντιμέτωπη με εντεινόμενες πιέσεις στο εσωτερικό.

Στην επίσκεψη Ερντογάν είχε απέναντί της σύσσωμη την αντιπολίτευση και κυρίως την πλειοψηφία της κοινής γνώμης αρνητικά διακείμενη προς το πρόσωπο του Τούρκου προέδρου.

Το μεσημέρι του Σαββάτου, ο Τ. Ερντογάν θα εγκαινιάσει το νέο τέμενος της τουρκικής θρησκευτικής οργάνωσης DITIB στην Κολονία, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, δίχως όμως την παρουσία επίσημων εκπροσώπων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και της τοπικής, ενώ στο κέντρο της πόλης, σε μικρή απόσταση από την ανοιχτή τελετή των εγκαινίων, έχει προγραμματιστεί νέα συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Χάνει δύναμη η Μέρκελ

Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ η εικόνα της κυβέρνησης, αλλά και της ίδιας της καγκελάριου προσωπικά, έχει επιδεινωθεί σοβαρά από τους χειρισμούς και τις ενδοκυβερνητικές τριβές – τη μία με το προσφυγικό σχέδιο του Χ. Ζεεχόφερ και την άλλη με την υπόθεση του πρώην επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών Χ. Γκ. Μάασεν. Η εκλογή του Ραλφ Μπρίνκχαους στη θέση του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών και των Χριστιανοκοινωνιστών, αντί του έμπιστου συνεργάτη της Φ. Κάουντερ, αποτέλεσε ένα ηχηρό μήνυμα δυσφορίας των βουλευτών της.

Η πίεση που δέχεται από δεξιά η Α. Μέρκελ είναι τεράστια και δεν περιορίζεται στις περιφέρειες της Ανατολικής Γερμανίας.

Στις 14 Οκτωβρίου θα διεξαχθούν οι τοπικές εκλογές στη Βαυαρία και οι δημοσκοπήσεις όλες δείχνουν ότι το CSU υπό την ηγεσία του Χ. Ζεεχόφερ θα χάσει για πρώτη φορά την αυτοδυναμία και η θέση του νυν πρωθυπουργού Μ. Σέντερ θεωρείται ήδη επισφαλής.

Η Α. Μέρκελ δεν έχει να περιμένει πολλά από τους Χριστιανοκοινωνιστές εκτός από το να κλείσουν ρητά και κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συνεργασίας με το AfD.

Στις 28 Οκτωβρίου θα γίνουν οι τοπικές εκλογές στην Εσση, όπου οι Χριστιανοδημοκράτες σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Civey για το περιοδικό Der Spiegel κινούνται στο 28,6%, σημειώνοντας πτώση 2,5% από την προηγούμενη μέτρηση του Αυγούστου και 10% από τις προηγούμενες εκλογές.