ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για αιώνες κεντρική στη δυτική σκέψη ήταν η αντίθεση Λόγος/συναίσθημα και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές: ψυχρό/θερμό, σταθερό/ασταθές. Ετσι και η γνωστή διάκριση, βασική στον Μοντεσκιέ, ανάμεσα στους ψυχρούς Βόρειους και τους θερμούς και συναισθηματικούς Νότιους, διάκριση που κατά καιρούς εκβάλλει στη ρατσιστική αντίθεση ανάμεσα στους χωρίς ενέργεια (τεμπέληδες-ανίκανους) Νότιους και τους γεμάτους ενέργεια (δραστήριους-ικανούς) Βόρειους.

Η ίδια αντίθεση παίρνει συχνά, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, διαφυλική διάσταση και «θεμελιώνει» την ανωτερότητα του άνδρα. Οι άνδρες θεωρούνται ικανότεροι από τις γυναίκες γιατί είναι πιο ψυχροί, άρα λιγότερο συναισθηματικοί, χρησιμοποιούν περισσότερο τον Λόγο, άρα δεν μεταβάλλουν εύκολα απόψεις.

Οι γυναίκες, αντίθετα, είναι περισσότερο θερμές και συναισθηματικές, άρα ευεπίφορες, όπως ακριβώς η Εύα, στην κολακεία, στη μεταβολή, εύκολα, απόψεων. Συνεπακόλουθα οι γυναίκες θεωρούνται λιγότερο αξιόπιστες και μη ικανές να αναθρέψουν τα παιδιά τους, ιδιαίτερα τα αγόρια, που πρέπει να οικοδομήσουν χαρακτήρα με σταθερές αρχές.

Δυστυχώς το προαναφερθέν δίπολο δεν εξαλείφθηκε, αναπαράγεται κατά καιρούς ποικιλότροπα. Τι δεν ακούσαμε από την κρίση κυρίως και μετά. Τεμπέληδες και ανεπρόκοποι. Και όχι μόνο εμείς, όλοι οι Νοτιοευρωπαίοι συνολικά, οι PIGS. Ευτυχώς, πάλι, εξασθένησε. Ευτυχώς γιατί τα επιχειρήματα που υποβάσταζαν την αντίθεση αποδυναμώθηκαν. Από τον Ρομαντισμό και μετά το συναίσθημα δεν είναι αναγκαστικά το αντίθετο του Λόγου. Μπορεί να αποβεί πηγή προσωπικής έκφρασης και δημιουργίας, σε κάθε περίπτωση συνιστά συστατικό στοιχείο ατόμων και λαών.

Στις προαναφερθείσες θεωρήσεις το συναίσθημα πήγαινε χέρι χέρι με τα πάθη, που κι αυτά αντέβαιναν τον Λόγο, ήταν ανορθολογικά. Το έργο διανοητών όπως ο Ν. Ελίας και ο Φ. Αριές άλλαξαν την εικόνα μας και για τα δύο. Ο πρώτος έδειξε ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες το κατώφλι ανοχής της βίας έχει στενέψει, γεγονός που αλλάζει τον ορισμό και την πρόσληψή της από μας.

Σε γενικές γραμμές είμαστε πιο ευαίσθητοι και λιγότερο ανεκτικοί σε αυτήν. Ο δεύτερος, μελετώντας διαχρονικά την πρόσληψη του θανάτου, έδειξε ότι αυτή αλλάζει, βιώνεται διαφορετικά. Στο παρελθόν βιωνόταν ως αποχωρισμός, συχνά καλοδεχούμενος, τώρα βιώνεται ως απώλεια, ως πόνος.

Συναίσθημα και πόνος, με δυο λόγια, συνιστούν απτές πραγματικότητες, βαραίνουν στη ζωή μας και συνακόλουθα στον δημόσιο χώρο και στην πολιτική. Δεν συνιστούν εκ προοιμίου παθολογία, η πρόσληψη και η χρήση τους είναι σ’ έναν βαθμό κοινωνική και υποκειμενική. Αν είναι έτσι, γιατί ως Ελληνες χωριστά και ως κοινωνία βιώνουμε συχνά τόσο δραματικά τρέχουσες εξελίξεις και συμβάντα; Γιατί ακόμη αρκούμαστε συχνότατα στη δραματοποίηση χωρίς να φροντίζουμε όσο θα έπρεπε να μην ξαναζήσουμε τα ίδια;

Προφανώς όχι γιατί είμαστε Νότιοι και τα σχετικά. Κάποιοι θα μπορούσαν να πουν, και δίκαια, γιατί δεν γίναμε αρκούντως κοινωνοί της απομάγευσης που σημάδεψε τη νεωτερικότητα. Αυτό αποτυπώνεται σε θεσμούς, σε ατομικές και συλλογικές πρακτικές. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στις πολιτικές μας πρακτικές.

Τα πολιτικά κόμματα επενδύουν πολύ, υπερβολικά, στον θυμό, τον πόνο, το συναίσθημα. Γιατί; Η πολιτική έχει μεγάλο ειδικό βάρος στην Ελλάδα, καθώς η πολιτική εξουσία δυνάμει της ώσμωσής της με άλλες εξουσίες, ιδιαίτερα την οικονομική, ορίζει, συχνά καθορίζει, πολλά. Γι’ αυτό και η έντονη διαπλοκή και το σφιχταγκάλιασμα ισχυρών οικονομικών παραγόντων με πολιτικά κόμματα και την πολιτική εξουσία, και η αγωνιώδης μέριμνά τους να επηρεάσουν την κοινή γνώμη είτε με τις δικές τους ειδήσεις από τα δικά τους μέσα είτε μέσω δημοφιλών αθλητικών σωματείων, ιδιαίτερα ποδοσφαιρικών.

Γιατί, όμως, αυτή η πρακτική συνεχίζει να ανθεί παρότι οδήγησε σε ταπεινωτικές κρίσεις όπως η τρέχουσα και ευνοεί έκδηλα φαινόμενα μπερλουσκονισμού; Η Δημοκρατία, η φιλελεύθερη, είναι δομή και διαδικασία. Δομή σημαίνει θεσμοί και κανόνες που ορίζουν το πλαίσιο των κινήσεών μας. Διαδικασία είναι η δυνατότητα του καθένα, ατόμου και συλλογικότητας, να δυναμώσει ή να αλλάξει θεσμούς και κανόνες.

Το πολιτικό μας σύστημα μέχρι την τελευταία κυβερνητική αλλαγή έμενε στο δεύτερο, λησμονώντας το πρώτο. Τα κόμματα που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση φέρονταν ως εάν να λειτουργούσαν στο κενό, ως εάν να άρχιζε με αυτά η Ιστορία. Αυτό βόλευε και βολεύει κόμματα και παράγοντες. Λειτουργούσε ως άλλοθι για κάθε στραβό. Βολεύει όμως ακόμη περισσότερο όλους εκείνους τους οικονομικά ισχυρούς που στηρίζονται στους κρατικούς μηχανισμούς και παραμένουν υπεράνω κανόνων. Αναπόφευκτα λοιπόν όσο δεν φτιάχνουμε δομές τόσο ο πόνος και το συναίσθημα θα συνιστούν προνομιακό αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης και αξιοποίησης.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών