Με βάση την τελευταία προκήρυξη του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, για τη δράση «Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για Νέους Επιστήμονες Κατόχους Διδακτορικού», πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό που εκπλήσσει είναι η διάκριση στην οποία προέβησαν τα δύο υπουργεία το 2017, σύμφωνα με την οποία «δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας έχει κάθε φυσικό πρόσωπο από την ημεδαπή ή την αλλοδαπή το οποίο είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος το αντικείμενο του οποίου είναι συναφές με το Επιστημονικό Πεδίο που αφορά η αίτησή του και έχει λάβει τον διδακτορικό του τίτλο (ημερομηνία επιτυχούς υποστήριξης) μετά την 1/1/2008».
Η συγκεκριμένη διάταξη δεν υπήρχε στην πρώτη προκήρυξη του αντίστοιχου προγράμματος το 2016. Με βάση αυτήν πλέον, όσοι και όσες απέκτησαν διδακτορικό πριν από το 2008 δεν μπορούν να υποβάλουν αίτηση για απόκτηση διδακτικής εμπειρίας.
Το κριτήριο αυτό εναντιώνεται σαφέστατα στη συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων και Ελληνίδων πολιτών (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς είναι σαφές ότι δεν μπορεί να είναι συνταγματικώς επιτρεπτή μια τέτοια ρύθμιση, όταν ουσιαστικά δεν αντιμετωπίζει ισότιμα όλα τα μέλη του πληθυσμού.
Επιπλέον είναι άδικο, ιδιαίτερα σε μια εποχή αυξανόμενης ανεργίας, κατά την οποία ένα μέρος του πληθυσμού αποκλείεται όχι λόγω απουσίας ακαδημαϊκού έργου και προσόντων, αλλά λόγω του χρονικού περιθωρίου της απόκτησης του διδακτορικού τίτλου σπουδών. Είναι σαν ο χρόνος να απορροφά, να αποσταθεροποιεί και να διαψεύδει το κοινωνικό και πολιτικό δικαίωμα του κάθε πολίτη αυτής της χώρας να ζητά την πρόσβαση σε κάποια θέση ανάλογη των ικανοτήτων του.
Τη στιγμή μάλιστα που ορίζεται ξεκάθαρα στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4443/2016 για την ίση μεταχείριση ότι σκοπός του νόμου είναι η προώθηση της ίσης μεταχείρισης, τόσο άμεσης όσο και έμμεσης. Αμεσης νοείται «όταν ένα πρόσωπο υφίσταται για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου [στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης], μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση».
Περαιτέρω, ως έμμεση διάκριση νοείται «μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική που μπορεί να θέσει πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα».
Ωστόσο, το συγκεκριμένο κριτήριο φαίνεται να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος σε προσλήψεις του Δημοσίου, δίνοντας την αίσθηση ότι η «ικανότητα» ταυτίζεται είτε με την ηλικία είτε με τον χρόνο απόκτησης του διδακτορικού τίτλου, δηλαδή με κριτήρια που επιβάλλουν διακρίσεις και ανισότητες ανάμεσα στον πληθυσμό. Παράλληλα, ένα μέτρο το οποίο θα έπρεπε σαφέστατα να λαμβάνει υπόψη ότι τα τελευταία δέκα χρόνια η ελληνική κοινωνία διερχόταν μια βαθιά κρίση, με ελάχιστη προσφορά θέσεων εργασίας στην ακαδημαϊκή κοινότητα, ουσιαστικά την αγνοεί. Ετσι, ο νομοθέτης δεν προβλέπει στην παραπάνω διάταξη καμιά περαιτέρω «θετική» ρύθμιση.
Τέτοιου είδους ρυθμίσεις αποτελούν για παράδειγμα οι περιπτώσεις ασθένειας, μονογονεϊκής οικογένειας, περιπτώσεις αντικειμενικής δυσκολίας κ.λπ., που ένα κράτος (οφείλει να) υπολογίζει, «προστατεύοντας τις ευάλωτες ομάδες». Εξάλλου στο άρθρο 7 του Ν. 4443/2016 επισημαίνεται: «Δεν συνιστά διάκριση η λήψη ή η διατήρηση ειδικών μέτρων με σκοπό την πρόληψη ή την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων, λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου».
Ετσι, ενώ θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι το υπουργείο έχει το δικαίωμα σε μια προκήρυξη να πριμοδοτεί νέους διδάκτορες, θα πρέπει σε άλλη να κάνει το αντίστοιχο και για λιγότερο νέους. Αν δεν το κάνει, τότε εισάγει ένα κριτήριο ηλικιακής διάκρισης απολύτως μη αποδεκτό, τόσο ηθικά όσο και συνταγματικά.
Το ζήτημα επομένως το οποίο τίθεται μέσα από μια τέτοια προκήρυξη ως προβληματικό είναι ότι η κρίση για το ακαδημαϊκό έργο θα έπρεπε να στηρίζεται σε κριτήρια που σχετίζονται με το ακαδημαϊκό έργο καθαυτό και αντίθετα από τον περιορισμό που εισήχθη θα έπρεπε η προκήρυξη να έχει προβλέψει όλα τα δυνατά μέτρα αντιστάθμισης εναντίον της ανισότητας.
Τέλος, το κριτήριο της ίσης μεταχείρισης των πολιτών είναι συνταγματικό δικαίωμα που καμία προκήρυξη δεν θα έπρεπε να παραβιάζει, ενώ το δικαίωμα συμμετοχής θα έπρεπε να είναι ανοιχτό για οποιονδήποτε και οποιαδήποτε διαθέτει τα ακαδημαϊκά προσόντα και επ’ ουδενί να μη στηρίζεται σε διακρίσεις όπως ο χρόνος απόκτησης τίτλων σπουδών.
* μεταδιδακτορικής ερευνήτριας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
