Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων επιβεβαιώνουν πως είναι ατελέσφορη και αδιέξοδη η «συνταγή» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που περιορίζει το πρόβλημα της κρίσης μονόπλευρα στις «δημοσιονομικές» υποχρεώσεις.
Γιατί αυτή η νεοφιλελεύθερη επιδίωξη μετατρέπεται σε όχημα πολλαπλασιασμού των επιπτώσεων σε βάρος της παραγωγικής βάσης της χώρας, των πολιτών και της δημοκρατίας.
Γίνεται όχημα στην εκχώρηση άνευ όρων μεριδίων αγοράς.
Επιδίωξη που έχει ήδη διαμορφώσει στη χώρα και τους πολίτες έναν βαθύτατο κοινωνικό διχασμό με ωφελημένους τους λίγους.
Με το τυπικό τέλος των μνημονίων γίνεται φανερό πως απαιτείται ένας προοδευτικός οδικός χάρτης που δεν θα διαχωρίζει την ανάπτυξη και σωτηρία της χώρας από τους πολίτες.
Απαιτείται σχέδιο προοδευτικό, που θα σχετίζεται με την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με συνοχή και δημοκρατία.
Και αυτό πλέον με τη σειρά του εμφανώς συνδέεται με την προώθηση προοδευτικών πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
Είναι η ώρα να γίνεται διακριτή η προοδευτική πολιτική, σε αντιπαράθεση με την Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων που προωθεί ο νεοφιλελευθερισμός (γερμανική Ευρώπη) με τους εγχώριους συμμάχους του.
Γεγονός που έγκαιρα -από τη 10ετία του ’80- ο Ανδρέας Παπανδρέου διέβλεπε, προωθώντας με το σοσιαλιστικό κίνημα πρωτοβουλίες συναντήσεων με ηγέτες που επιδίωκαν μια προοδευτική πολιτική ανάπτυξης.
Το κοινωνικό αίτημα λοιπόν παραμένει αναλλοίωτο και αφορά την ανάγκη εξειδίκευσης οδικού χάρτη με ευδιάκριτες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες προκειμένου η έξοδος από την κρίση και τα αδιέξοδα μονόπλευρα δημοσιονομικά «νεοφιλελεύθερα μνημόνια» να σχετίζεται τόσο με εφαρμοσμένες πολιτικές που θα αφορούν την παραγωγική ανασυγκρότηση με δίκαιη συμμετοχή των συντελεστών στους κινδύνους και τις ευκαιρίες όσο και την κοινωνική συνοχή με αλληλεγγύη και τη δημοκρατία.
Αυτό με τη σειρά του επιβάλλει την ανάγκη ο προοδευτικός χώρος και οι δυνάμεις που τον εκφράζουν να αναδιαταχθούν και να λειτουργήσουν με πολιτικά σχέδια ανάπτυξης, συνοχής και δημοκρατίας για να επαναπροσδιοριστούν τα βήματα εξόδου από την ανατροφοδοτούμενη μονόπλευρη «δημοσιονομική» διαχείριση της κρίσης.
Το στοίχημα βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να ανταγωνιστούν, με κριτή την κοινωνία, ώστε να συγκροτήσουν με προγραμματικό λόγο και συμμαχίες την προοδευτική πλειοψηφία.
Αυτό είναι άλλωστε και το διακύβευμα που φοβούνται οι εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα, αφού με τις δημόσιες παρεμβάσεις τους ταυτίζονται με το αίτημα του χρηματιστηριακού και κερδοσκοπικού κεφαλαίου να μην αλλάξει η μονόπλευρη στήριξη των νεοφιλελεύθερων δημοσιονομικών πολιτικών (δηλώσεις Στουρνάρα, Μητσοτάκη, τέως υπουργών που συνεργάστηκαν στην κυβέρνηση Σαμαρά) ακόμα και μετά το πέρας των μνημονίων.
Η κριτική της σημερινής αντιπολίτευσης φωτογραφίζει «παλινόρθωση» και αυτό δεν σχετίζεται με το προοδευτικό κοινωνικό αίτημα.
Πολύ περισσότερο με την ανάγκη πράγματι, οι παρά φύσιν συμμαχίες να αντικατασταθούν με ευδιάκριτα προοδευτικές που θα αφορούν την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση με δημοκρατία.
Χρειάζεται ευδιάκριτος άλλος δρόμος στα προοδευτικά σοσιαλιστικά, αριστερά και οικολογικά κόμματα και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει υπέρβαση της εσωστρεφούς διαχείρισης των «κομματικών κρίσεων» που αντιμετωπίζονται με περιχαρακώσεις που έχουν επιβάλει οι «αξιωματούχοι»! Γιατί έχουν ως κριτήριο την επιβίωσή τους σε συστήματα εξουσίας!
Με αφορμή τόσο τη νέα πολιτική περίοδο όσο και την επέτειο ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ ως σοσιαλιστικού κινήματος θέλω να υπογραμμίσω το εξής:
Η ανασύνθεση και ανασύνταξη της μεγάλης παράταξης του αριστερού, προοδευτικού, σοσιαλιστικού και ριζοσπαστικού χώρου προϋποθέτει πολιτικό προοδευτικό σχέδιο με κοινωνικές και πολιτικές όμορες συμμαχίες.
Και ταυτόχρονα απαιτείται ένα και μόνο ένα μέτωπο αντιπαράθεσης, που θα αφορά τον διχαστικό κοινωνικά και αναπτυξιακά νεοφιλελευθερισμό με όσους τον εκφράζουν.
Αυτή είναι η παρακαταθήκη του Ανδρέα και ο πυρήνας της ιδρυτικής διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη.
Προϋποθέτει παράλληλα και μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης και κομματικών δομών με συγκλίσεις που να είναι ικανές να εξειδικεύουν και να εφαρμόζουν πολιτικές με μετρήσιμους κοινωνικά και οικονομικά και δημοκρατικά προοδευτικούς στόχους.
Πολύ περισσότερο χρειάζονται πολιτικοί σχηματισμοί ικανοί, διασυνδεδεμένοι με την κοινωνία, να ανατροφοδοτούν παραγωγικούς, οικονομικούς χώρους και να μετασχηματίζουν ανάγκες σε πολιτικά μέτρα.
Οι μεταλλάξεις κομματικών σχηματισμών σε θολά ως προς την ταυτότητα και το όνομα, θνησιγενή και ερμαφρόδιτα κόμματα, και η «άθροιση αξιωματούχων» σε σχήματα «απολιτίκ με ολίγον κέντρο, ολίγη αριστερά και δεξιά», δεν πρόκειται να βρουν κοινωνική αποδοχή, δεν μπορούν να γίνουν καν βιώσιμα, γιατί απουσιάζει το… με «ποιους και για ποιους»!
Απουσιάζει το αίτημα, η αναμέτρηση και η κριτική στους όμορους χώρους να γίνεται για τα περιεχόμενα και τους όρους των προγραμματικών προοδευτικών συγκλίσεων και όχι να θυσιάζεται ο πολιτικός λόγος στους πολιομοδιτικούς «διμέτωπους» που έβγαλε από τη ναφθαλίνη η δεξιά σοσιαλδημοκρατία για μετεξελιχθεί σε θλιβερό παρακολούθημα του νεοφιλελευθερισμού.
Τα λάθη και οι αστοχίες της κυβερνητικής διαχείρισης, λοιπόν, δεν αντιμετωπίζονται με παλινόρθωση πολιτικών διακυβέρνησης τύπου «Σαμαρά», αλλά με επίμονη διεκδίκηση προοδευτικών προγραμματικών συγκλίσεων που αφορούν τις παραγωγικές δυνάμεις, τους εργαζομένους, τη νεολαία, τη συνοχή και τη δημοκρατία.
Τα προηγούμενα καθιστούν σαφές πως:
Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη προσανατολίζει για να ένα μεγάλο και διακριτό ΟΧΙ σε κυβερνήσεις συνεργασίας με Ν.Δ. ή ανοχής.
Και όταν αυτό δεν γίνεται κοινωνικά διακριτό η προοδευτική πλειοψηφία το καταλογίζει εκλογικά.
3 Σεπτέμβρη ’74 – 3 Σεπτέμβρη ’18
Επαναφέρω λοιπόν τη συζήτηση στο θέμα.
Το σοσιαλιστικό κίνημα ΠΑΣΟΚ, έλεγε ο Ανδρέας, είχε ένα μόνο μέτωπο αντιπαράθεσης, τον νεοφιλελευθερισμό, και στη βάση αυτή με προγραμματικό λόγο διαμόρφωνε την κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.
Η κριτική του σοσιαλιστικού χώρου ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα στις δυνάμεις ή τα πρόσωπα που αυτοπροσδιορίζονταν στον πόλο της «άλλης Αριστεράς» σχετιζόταν με τις λάθος επιλογές τους να υπηρετήσουν αυτό τον στόχο.
Οι πρωτοβουλίες των στελεχών στους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους έδειχναν ότι είναι προτεραιότητα η επιδίωξη προοδευτικών συμμαχιών για την προώθηση των αλλαγών υπέρ της κοινωνίας, της ανάπτυξης και της δημοκρατίας.
Ακριβώς λοιπόν γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να απορρίπτουμε πολιτικά την ύπαρξη σχημάτων που θολώνουν την αντίθεση ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση.
Σημ.: Χωρίς καν πλέον να κρατούν τα προσχήματα οι υβριστές του Ανδρέα και του κινήματός του, αφού ασέλγησαν πάνω στις αρχές και την πολιτική του τα τελευταία χρόνια με αλλοπρόσαλλες επιλογές και πολιτικοκοινωνικά μέτωπα, βιάζονται τώρα να «θάψουν» και τον λόγο ίδρυσης του Σοσιαλιστικού κινήματος.
Στόχος τους παραμένει να νεκραναστήσουν το σχήμα της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας που κυοφορούσαν χρόνια τώρα με το μανδύα τού «δήθεν εκσυγχρονισμού» για τους λίγους.
Ε όχι λοιπόν! Τα κόμματα πρέπει να έχουν και ρίζες και μνήμες! Πολύ περισσότερο να διαλέγουν την όχθη της μάχης, αν δηλαδή εργάζονται για τη συγκρότηση προοδευτικής η συντηρητικής πλειοψηφίας.
