Οι έκτακτοι έλεγχοι που πραγματοποίησε ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) επιβεβαίωσαν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι τα Κέντρα Υψηλής Τάσης (ΚΥΤ) αλλά και οι υποσταθμοί βρίσκονται σε καλή κατάσταση καθώς δεν εντοπίστηκαν προβλήματα που να χρήζουν άμεσης επίλυσης.
Οι έλεγχοι αυτοί, που ήταν συμπληρωματικοί των τακτικών προληπτικών για τη συντήρηση του Συστήματος Μεταφοράς και ολοκληρώθηκαν στις αρχές του καλοκαιριού, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 24-30 Αυγούστου μετά τη βλάβη στο ΚΥΤ Παλλήνης στις 22 Αυγούστου που είχε αποτέλεσμα τη διακοπή της ηλεκτροδότησης σε μεγάλο μέρος του Λεκανοπεδίου Αττικής για περίπου 4 ώρες.
Σημειώνεται ότι η βλάβη στο ΚΥΤ Παλλήνης προκλήθηκε από αστοχία ενός διακόπτη που προμηθεύτηκε και εγκατέστησε ο Διαχειριστής μόλις το 2014, ενώ η μέση διάρκεια ζωής των διακοπτών κυμαίνεται από 30 ώς 50 έτη.
Μάλιστα βάσει των προδιαγραφών του κατασκευαστή η πρώτη συντήρηση θα έπρεπε να γίνει το 2020.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο των έκτακτων ελέγχων, το προσωπικό της διεύθυνσης Συντήρησης Συστήματος Μεταφοράς επιθεώρησε τον εξοπλισμό των ΚΥΤ Αγίου Στεφάνου, Αχαρνών, Κουμουνδούρου, Παλλήνης, Θεσσαλονίκης, Λαγκαδά, Λάρισας, Καρδιάς, Αγίου Δημητρίου, Αμυνταίου, Μελίτης, Τρικάλων και Νέας Σάντας. Η επιθεώρηση επεκτάθηκε και στους υποσταθμούς Δόξας, Λαμίας και Κορίνθου.
Σύμφωνα με πηγές του Ανεξάρτητου Διαχειριστή, τα ποσά που δαπανώνται σε ετήσια βάση για συντήρηση και αντιμετώπιση βλαβών διαμορφώθηκαν κοντά στα 40 εκατ. ευρώ τα έτη 2016 και 2017 (περίπου 5% υψηλότερα από το 2014), παρά τη γενικότερη στενή δημοσιονομική πολιτική. Συνεπώς, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η επιχειρηματολογία περί μείωσης δαπανών στη συντήρηση του συστήματος είναι ανυπόστατη.
Υπενθυμίζεται ότι από τα τέλη του 2017 υλοποιείται εκτεταμένο πρόγραμμα προληπτικής ανανέωσης κρίσιμων στοιχείων του εξοπλισμού του Συστήματος Μεταφοράς σε όλη την Ελλάδα.
Μεγάλο μέρος των στοιχείων εξοπλισμού που θα αντικατασταθούν -περίπου 150 σε σύνολο 350- αφορά την Κεντρική Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου του Λεκανοπεδίου Αττικής.
Η ίδια περιοχή καταλαμβάνει πάνω από το 50% του προϋπολογισμού του προγράμματος των 40 εκατ. ευρώ.
