ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Αγρολάμπος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνάντηση εργασίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν θα έχει σήμερα (Σάββατο) η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ, στο εξοχικό μέγαρο Μέζεμπεργκ έξω από το Βερολίνο, με την ατζέντα να έχει βαρύνει κι άλλο λόγω της οικονομικής κρίσης στην Τουρκία. Το Βερολίνο δεν κρύβει την ανησυχία του για την τροπή που πήρε η σύγκρουση της Αγκυρας με τις ΗΠΑ και το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης πριν διαμορφωθεί το νέο σημείο ισορροπίας των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων.

Το πρόβλημα της Τουρκίας είναι το πιεστικότερο εξωτερικό ζήτημα για το Βερολίνο. Είναι σαφές όμως ότι σε αυτή τη θερμή φάση που βρίσκεται η αντιπαράθεση του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, η Ανγκελα Μέρκελ δεν μπορεί να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή.

Η καγκελάριος της Γερμανίας εξέφρασε το ενδιαφέρον της για τη σταθερότητα της Τουρκίας σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε την περασμένη Τετάρτη με τον Τ. Ερντογάν αλλά και με δηλώσεις στενών συνεργατών της, του υπουργού Οικονομίας Π. Αλτμάιερ και του υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας, κατά της επιβολής δασμών.

Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να συναντηθούν οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας, Ολαφ Σολτς, και της Τουρκίας, Μ. Αλμπαϊράκ, για την προετοιμασία της διμερούς οικονομικής ατζέντας ενόψει της επίσημης επίσκεψης Ερντογάν στο Βερολίνο στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε το απόγευμα της Πέμπτης ο Ολ. Σολτς με τον Τούρκο ομόλογό του, επανέλαβε το γερμανικό ενδιαφέρον για τη σταθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας και τον κάλεσε στη γερμανική πρωτεύουσα.

Μήνυμα εμπιστοσύνης

Το μήνυμα που εκπέμπει το Βερολίνο είναι ότι διατηρεί την εμπιστοσύνη του στις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας. Διαφορετικά θα επέτεινε την αβεβαιότητα στην Τουρκία, με μεγάλες συνέπειες και για τη γερμανική οικονομία. Η έκθεση των γερμανικών τραπεζών θεωρείται μικρή, όμως το ρίσκο για τις γερμανικές εταιρείες είναι μεγάλο καθώς ο ετήσιος όγκος συναλλαγών μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας υπολογίζεται σε 37 δισ. δολάρια και οι γερμανικές επιχειρήσεις που έχουν άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία ανέρχονται σε 6.500. Οι επιπτώσεις, σύμφωνα με τον επικεφαλής του οικονομικού ινστιτούτου Ifo Κλέμενς Φούεστ, είναι διαχειρίσιμες, εφόσον δεν επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάσταση.

Η διακριτική στήριξη της Γερμανίας μπορεί να μην είναι αρκετή στην περίπτωση που ενταθούν οι αμερικανικές πιέσεις προς την Αγκυρα για την απελευθέρωση του πάστορα Αντριου Μπράνσον. Ζεστό χρήμα, ακόμη και αν ήθελε η κυβέρνηση της Α. Μέρκελ, δεν μπορεί να διαθέσει για να στηρίξει άμεσα τη λίρα.

Μεσοπρόθεσμα όμως μπορεί να δώσει μέσω της Ε.Ε. την προοπτική σταθερότητας, ανοίγοντας τη συζήτηση για τη σύναψη ειδικής εταιρικής σχέσης. Αναφορά επί του θέματος είχε κάνει και ο Γάλλος πρόεδρος Εμ. Μακρόν στις αρχές του χρόνου όταν είχε υποδεχτεί τον Τ. Ερντογάν στο Παρίσι, ενώ θετικά βλέπουν την υπόθεση ο πρόεδρος της Ε.Ε. Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Ε.Ε. Ντόναλντ Τουσκ, καθώς η ένταξη δεν φαίνεται εφικτή.

Ουσιαστικά θα πρόκειται για μία στρατηγική συμφωνία οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας, δίχως να απαιτείται από την Τουρκία να εναρμονιστεί θεσμικά με τις ευρωπαϊκές αρχές.

Η υπόσχεση μίας ειδικής σχέσης σε αυτές τις συνθήκες, χωρίς ισχυρές δεσμεύσεις από την πλευρά της Τουρκίας, θα έμοιαζε με σανίδα σωτηρίας προς τον Τ. Ερντογάν. Η γερμανική κυβέρνηση δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση προς το πρόσωπο του Τούρκου προέδρου καθώς από το 2016, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, οι γερμανο-τουρκικές σχέσεις δοκιμάστηκαν πολλές φορές με την αυταρχική πολιτική της Αγκυρας.

Στο οικονομικό πεδίο πάντως το Βερολίνο κράτησε αδιατάρακτη την εμπορική πολιτική, παρέχοντας από το 2017 στις γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις εγγυήσεις, για το ενδεχόμενο να βρεθούν αντιμέτωπες με αθέτηση πληρωμών από τουρκικές επιχειρήσεις και τράπεζες, και θα συνεχίσει την ίδια πολιτική, σύμφωνα με την απάντηση του υπουργείου Οικονομικών σε κοινοβουλευτική ερώτηση της Αριστεράς.

H ατμόσφαιρα για τον Τ. Ερντογάν δεν είναι βαριά μόνο στα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και στους κόλπους των κυβερνητικών κομμάτων. Οι Χριστιανοκοινωνιστές έχουν εκφραστεί ανοιχτά υπέρ του τερματισμού των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ενώ ισχυρή είναι αυτή η τάση και μέσα στους Χριστιανοδημοκράτες της Α. Μέρκελ, παρά το γεγονός ότι οι πιέσεις για την απελευθέρωση των οκτώ Γερμανών πολιτών που εξακολουθούν να κρατούνται στην Τουρκία (ο τελευταίος συνελήφθη προχθές) έχουν ατονήσει αφότου αφέθηκε ελεύθερος ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Die Welt, Ντενίς Γιουσέλ.

Οσο δύσκολες και αν είναι οι ασκήσεις ισορροπίας στο εσωτερικό, δεν συγκρίνονται με τις δυσκολίες που έχει η Α. Μέρκελ στις σχέσεις της Γερμανίας με τις ΗΠΑ του Ντ. Τραμπ και τη Ρωσία του Β. Πούτιν. Η σύσφιγξη των ρωσο-τουρκικών σχέσεων προβληματίζει έντονα το Βερολίνο, όμως ακόμη πιο έντονος είναι ο προβληματισμός για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον παίζει το χαρτί των δασμών στην κρίση με την Τουρκία.

Η Α. Μέρκελ δεν θα ρισκάρει για τον Τ. Ερντογάν τις σχέσεις της Γερμανίας με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Από την άλλη, το ενδεχόμενο κατάρρευσης της τουρκικής οικονομίας θα πυροδοτούσε ένα νέο διπλό ντόμινο αβεβαιότητας στην Ευρώπη, στην οικονομία και στο προσφυγικό, που είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να τα διαχειριστεί άμεσα και αποτελεσματικά η Ε.Ε., με τις ΗΠΑ σε θέση αντιπαράθεσης.