Χορός: «Στήνει ο Αρης στη μέση της σφαγής τον πάγκο/του τοκογλύφου: παίρνει σάρκα ζωντανή/και δίνει λίγη στάχτη κι αυτή λειψή στη ζυγαριά/ του χάλκινου θανάτου,/ σαν να ‘ταν λέει καθαρός/χρυσός κι όχι λειωμένα νιάτα/ στο καμίνι του πολέμου./ Και ξυπνάει το θηρίο/ του μίσους για την εξουσία/ και τρέφεται με την απελπισία/ αυτών που έδωσαν άνδρες/και πήραν στάχτη· και αυτών/ που έστειλαν κατακτητές και πήραν/ ούτε μια χούφτα σκόνη απ’ την κατακτημένη/γη που τους σκέπασε-ούτε αυτό./ Κι ακονίζει το θηρίο της λαϊκής οργής/ τα νύχια του· μουγκρίζει εκδίκηση και βλέπω/ να λάμπουν στο σκοτάδι τα μάτια του -μάτια θεού/ εκδικητή- και λέω: “Να, τώρα/χιμάει μαζί με τις φρικτές/σκύλες του, τις Ερινύες, να επιβάλλουν/το δίκαιο του πολέμου:/νικητής και νικημένος, νικημένοι.”» (Αισχύλος, Αγαμέμνων Ορέστεια/1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας, εκδόσεις Γαβριηλίδη).
Κρατώ στα χέρια μου τον «Αγαμέμνονα», το πρώτο έργο από το δραματικό τρίπτυχο της Ορέστειας του Αισχύλου, σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μια σπουδαία δουλειά του Γ. Μπλάνα. Θυμίζει και επικαιροποιεί το ομιχλώδες τοπίο του μεγάλου τραγωδού. Δύσκολη υπόθεση.
Διαβάζω στα επιλεγόμενα ότι ο μεγάλος θεωρητικός των κλασικών σπουδών H.D.F Kitto είχε γράψει ήδη από το 1930 για τη δυσκολία στο κείμενο αυτό.
Τη σκέψη του αυτή διευρύνει και αναλύει ο Γιώργος Μπλάνας, ενώ ταυτόχρονα μας δίνει επιγραμματικά και την υπόθεση για να μπούμε μέσα σε μια πιο βαθιά και υποψιασμένη ανάγνωση.
Γράφει: «… ο Αισχύλος λέει ή υπονοεί πράγματα τόσο παράξενα, τόσο αιφνιδιαστικά, ώστε ενιστάμεθα σχεδόν ενστικτωδώς και προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε… Πώς μπορεί μια τραγωδία που αρχίζει με έναν ταλαιπωρημένο στρατιώτη και τελειώνει με μια σύγκρουση για την εξουσία ανάμεσα σε φορείς της λαϊκής βούλησης και πραξικοπηματίες να δίνει την αίσθηση του μεγαλειώδους χωρίς να δίνει την αίσθηση της συνοχής, να αναπτύσσει μια σειρά τραγωδιών (του Φρουρού, του Αγαμέμνονα, του Αγγέλου, της Κασσάνδρας, του λαού) οι οποίες δεν συνδέονται μεταξύ τους με δραματικούς όρους; Κυρίως: τι θέλει η Κασσάνδρα εκεί; Τι εξυπηρετεί ο Αγγελος όταν εκθέτει το μαρτύριο της εμπόλεμης ξενιτιάς του; Και γιατί θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τον θεατή τα παράπονα του Φρουρού;».
Είμαι σίγουρη ότι ο μέγας σκηνοθέτης Αισχύλος αποτέλεσε έμπνευση για πολλούς μεγάλους σύγχρονούς μας πρωτοπόρους σκηνοθέτες, από τον Φασμπίντερ ώς τον Αγγελόπουλο.
Ας πάρουμε ένα δείγμα από τους «ήρωές» του, όπως αποδόθηκαν από τον Γ. Μπλάνα.
Η Κλυταιμνήστρα διόρισε έμμισθο σκοπό να κοιτάζει πότε θα φανεί ο πυρσός που θα ανάψει ο Αγαμέμνων για να την ειδοποιήσει πως πόρθησε το Ιλιον.
Ανοίγει την τραγωδία ο Φρουρός: «Λυπηθείτε με θεοί! Μαρτύριο κατάντησε αυτή/η ατέλειωτη σκοπιά στων Ατρειδών την στέγη./Βρέξει χιονίσει, εγώ εδώ, σαν το σκυλί να δείχνω/στη νύστα μου τα δόντια της αγρύπνιας./Εμαθα απέξω πια τις εποχές στη γλώσσα/των αστερισμών, γραμμένες στο στερέωμα/απ’ τους άρχοντες της νύχτας. Μόνο το βάθος/του ορίζοντα σκοτάδι άγραφο, επίμονο, σκληρό/σαν την καρδιά του θηλυκού δυνάστη,/που με κρατάει εδώ πεισματικά, σαν άνδρας».
Ο Χορός, απευθυνόμενος στην Κλυταιμνήστρα: «Η αλήθεια είναι των θεών η λογική/κι η λογική τους νόμος ανθρώπινος: παθαίνοντας/μαθαίνεις. Αρκεί αυτό προς το παρόν./Το μέλλον είναι αβέβαιο·/κι αυτός που θέλει να ξέρει τι θα φέρει/ζητάει να εκτίσει την ποινή του προκαταβολικά».
Και η φιλόδοξη Κλυταιμνήστρα: «Ούρλιαξα από τη χαρά μου όταν ξημέρωσε ο αφανισμός/της Τροίας μέσα στη νύχτα. Και κάποιος βρήκε να μου πει: “Πιστεύεις μια φωτιά βουβή μες στα σκοτάδια; Τι εύκολα/που ανάβει της γυναίκας η καρδιά!” Τάχα πως βιάζομαι./Ομως εγώ φλεγόμουν και ήξερα γιατί. Κι εφάρμοσα τον νόμο/της γυναίκας, που ακούει με τα μάτια και βλέπει κάθε ψίθυρο/μέσα στη νύχτα της μοναξιάς της».
Ο Αγαμέμνων: «Ελάχιστοι είναι εκείνοι που εννοούν/αυτά που λένε. Στάζουν φαρμάκι τα γλυκά/λόγια του φίλου-είναι σχεδόν κανόνας:/ο πρώτος, γιατί ο δεύτερος λέει πως ο φθόνος/που βασανίζει την καρδιά πονάει διπλά/όταν βρεθεί στα χείλη…».
Η αιώνια Κασσάνδρα: «Τρισάθλια υπόθεση η ζωή./Οσο καλά κι αν είναι γραμμένη η ευτυχία/στον πίνακα της μοίρας, θα ξεθωριάσει κάποτε/-αν δεν έρθει το σφουγγάρι της δυστυχίας/να τη σβήσει μονομιάς. Για κλάματα είμαστε».
Και φυσικά ο προδότης Αίγισθος: «Η πείνα, η φυλακή και το μαστίγιο είναι οι καλύτεροι γιατροί για τις διαταραχές της νομιμοφροσύνης. Μάτια έχεις· άνοιξέ τα και κοίτα πού χτυπάς τη γροθιά σου. Θα σε κόψει το μαχαίρι της εξουσίας».
Καίριος και ακριβής στην ατμόσφαιρα της Ορέστειας ο λόγος του Γιώργου Μπλάνα, σε μεταφέρει σε πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις τού σήμερα, θυμίζοντάς σου ότι ένα αόρατο νήμα μέσα στον χρόνο συνδέει τους ανθρώπους διαφορετικών εποχών.
Οπως λέει χαρακτηριστικά: «Θρόμβοι στον βυθό ενός μάγματος σημασιών είμαστε κάθε φορά· και η μόνη πιθανότητα ανάδυσής μας ως υποκειμένων είναι η απόφασή μας να είμαστε ταυτόχρονα συγγραφείς, ηθοποιοί και θεατές στο ιερό δράμα της Ιστορίας μας».
