Λίγες μέρες πριν, διασχίζαμε τη μεσσηνιακή γη με προορισμό τα Φιλιατρά. Επρόκειτο να κάνουμε μια ζωντανή συνέντευξη με τη Λίνα Νικολακοπούλου, στο πλαίσιο μια εκδήλωσης αφιερωμένης σ’ εκείνη από τον Δήμο Τριφυλίας, μιας και η καταγωγή του πατέρα της είναι από το χωριό Κοπανάκι.
Είχαμε ήδη δει στον δρόμο τα καμένα της Κινέτας. Τα σπίτια έστεκαν, τα δέντρα όχι. Το θέμα βέβαια που συζητούσαμε σε όλο το ταξίδι ήταν το Μάτι, η μεγάλη καταστροφή.
Κοιτώντας έξω από το παράθυρο τη γη της Μεσσηνίας, με τα δέντρα να ενώνονται σε πολλά σημεία, σχηματίζοντας φυσικούς θόλους, σκεφτόμουν ότι, κάποια καλοκαίρια πριν, είχε καεί και η συγκεκριμένη περιοχή.
Η φύση είχε βρει τον τρόπο να ξαναγεννηθεί. Φτάναμε στην Κυπαρισσία, όταν θυμήθηκα ένα τραγούδι που με τη δική της ευαισθησία και γραφή σαν κοφτερό μαχαίρι είχε γράψει παλιότερα η γυναίκα που καθόταν δίπλα μου:
«Ξέρω μια λεύκα, ξέρω δυο πεύκα κι ένα πλατάνι. Το μέτωπό μου, μακριά κοιτώντας, ρυτίδες κάνει. Βάζω το χέρι σ’ ένα ποτάμι διάφανο πίνω. Τα βουνά με τις χωρίστρες της πυρόσβεσης, με το ξύρισμα της άμεσης πρόσβασης. Τα βουνά ταπεινωμένα, στη φωτιά παραδομένα, μαρτυρούν τη σκευωρία μιας απόσβεσης. Μπορώ να κοιμηθώ και να πλυθώ, μπορώ να σηκωθώ και να πλυθώ μια μέρα ακόμα. Μα όταν θυμηθώ πως τη σιωπή μου έχουν βοηθό, τους δίνω μια γροθιά στο στόμα…».
Σκέφτομαι τώρα, καθώς γράφω αυτό το κείμενο -και ακούγοντας την «Πυρόσβεση» της Λίνας- πως και η δική μας ανοχή σε όσα είδαμε και δεν μιλήσαμε είναι συνυπεύθυνη.
Ας μιλήσουμε, από δω και πέρα, ο καθένας με τον τρόπο του κι από τον τόπο του.
Και έτσι ίσως να μην ξαναδούμε ποτέ πια κάτι σαν κι αυτό που μας πλήγωσε στις 23/7.
