ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ζιζή Σαλίμπα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θέση «Πριόνια» στα 1.050 μέτρα, στον Εθνικό Δρυμό του Ολύμπου, δίπλα από τις πηγές του ποταμού Ενιπέα. Η μυρωδιά από το βρεγμένο χόρτο και τις καβαλίνες από τα μουλάρια κατέκλυσε τα ρουθούνια μου.

Ηπια με τις χούφτες μου νερό από τη βρύση και γέμισα το παγούρι μου. Ρύθμισα τα ορειβατικά μπατόν, έστρωσα τα μαλλιά μου και πέρασα το μαντίλι μου κορδέλα γύρω από το κεφάλι μου ‒ ο απογευματινός ήλιος καίει τα καλοκαίρια. Ζαλώθηκα με το σακίδιο και ξεκίνησα.

Περπάτησα μέχρι το ξύλινο γεφύρι για την πρώτη φωτογραφία με τους φίλους και συνορειβάτες στον Σύλλογο Αρκάδων Ορειβατών Οικολόγων (ΣΑΟΟ). Η τετραήμερη ανάβαση στον Ολυμπο μόλις ξεκίνησε.

Ανάβαση στον Ολυμπο

Πήραμε το «μονοπάτι της σιωπής» με στόχο να φτάσουμε στη θέση «Μπαλκόνι», εκεί όπου βρίσκεται το καταφύγιο Σπήλιος Αγαπητός. Περπατούσα σιωπηλή, αναστοχαζόμουν τα λόγια του Θανάση Χ., αρχηγού της αποστολής: «Στον Ολυμπο πηγαίνουμε σαν προσκυνητές, με ευλάβεια, σύνεση και ταπεινότητα, με σεβασμό στο βουνό».

Περπατούσα συγκινημένη, καθώς σκεφτόμουν το νήμα της ανθρώπινης ιστορίας που άρχισε να ξεδιπλώνεται από τούτη εδώ την κοιτίδα πολιτισμού.

Οι θεοί πουθενά αλλού εκτός απ’ τον Ολυμπο δεν θα μπορούσαν να έχουν την έδρα τους, γιατί το βουνό αυτό είναι το ψηλότερο της Ελλάδας και γιατί και τ’ όνομά του ακόμα έδειχνε πως ήταν το φωτεινό και λαμπρό βουνό όπου έπρεπε να κατοικήσουν οι θεοί. Ολυμπος σημαίνει ολόλαμπρος, «παλλαμπής».

Σύμβολο της ελευθερίας, της λάμψης εναντίον του σκοταδισμού. Ενσαρκώνει τις αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού: τον ορθό λόγο, το γνώθι σαυτόν, το μέτρο, την ελευθερία και την ομορφιά του έρωτα, αλλά και την εναγώνια ματιά των ανθρώπων για τον εξανθρωπισμό τους. Ψηλό και άγριο βουνό που χρησίμευσε ως καταφύγιο των καταδιωγμένων και των αντιστεκόμενων στους κατακτητές από το 1821 μέχρι και τα σύγχρονα χρόνια, της Κατοχής και της Αντίστασης.

Δεν είχα βάλει κανέναν στόχο και δεν ήμουν καθόλου σίγουρη αν οι καιρικές συνθήκες και η φυσική μου κατάσταση θα μου επέτρεπαν να ανέβω στις κορυφές. Ημουν όμως ευτυχισμένη που θα δοκίμαζα και ήμουν αποφασισμένη πως αν δεν τα κατάφερνα, θα επέστρεφα πίσω ξανά και ξανά, γιατί το βουνό θα στέκεται εκεί αγέρωχο, δεν θα φύγει ποτέ.

Σε τρεις ώρες φτάσαμε στο καταφύγιο «Σπήλιος Αγαπητός», σε υψόμετρο 2.060 μ., την ώρα που άρχιζε το «φυγιό», κρύο με ανεμοβρόχι.

Αλλαξα τα ορειβατικά μποτάκια μου με σαγιονάρες. Εκανα μπάνιο με παγωμένο νερό και σκουπίστηκα με την πετσέτα μου από μικροΐνες ‒ πανάλαφρη, με μικρό όγκο, στεγνώνει αμέσως και τη χρησιμοποιώ στα καταφύγια και σαν μικρή κουβέρτα ή μαξιλαροθήκη.

Στο τέλος της μέρας η απόλαυση. Ενα πιάτο μακαρόνια με κιμά ‒ για τους απαραίτητους υδατάνθρακες, τραγούδια στην τραπεζαρία με τη συνοδεία κιθάρας που έπαιζαν εναλλάξ ο Πέτρος Ντ. και ο Χρήστος Μ., γέλια, χαρές.

Τότε ακριβώς ο Κώστας Ζ., ο γιατρός και συνορειβάτης μας, μέτρησε με το οξύμετρο το επίπεδο οξυγόνου του καθενός από εμάς για τον έλεγχο της φυσικής κατάστασης. Αργά το βράδυ σκαρφάλωσα στην κουκέτα μου για να κοιμηθώ.

Τσάι του βουνού, φρυγανιές, γιαούρτι με μέλι: πρωινό στο μπαλκόνι του καταφυγίου. Λεφούσι ολόκληρο οι άνθρωποι, ετοίμαζαν τα σακίδια, έδεναν τα κορδόνια τους και κούμπωναν τα μπουφάν τους για να αρχίσουν την ανάβαση.

Οργανωθήκαμε κι εμείς από τον ΣΑΟΟ γρήγορα και συστηματικά για την ανάβαση. Η ομάδα πολυσυλλεκτική αλλά με μεγάλη συνοχή: διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές ικανότητες, εμπειρίες, δυνατότητες.

Οι τρεις οδηγοί ανέλαβαν γρήγορα τον ρόλο τους. Ο ένας ήταν η «σκούπα», πεζοπορούσε τελευταίος και δεν επέτρεπε σε κανέναν να βρίσκεται πίσω από αυτόν. Ο δεύτερος βρισκόταν στη μέση για να μας ενθαρρύνει και ο τρίτος βρισκόταν στην κορυφή, αποφασίζοντας για την κατεύθυνση και δίνοντας τον ρυθμό σε όλους εμάς.  

Στα πρώτα μέτρα κοντανάσαινα, μετά βρήκα το βήμα μου και προχωρούσα σταθερά. Η πορεία ήταν ευχάριστη, το θέαμα με τις κορφές, τις απόκρημνες χαράδρες και τα λιβάδια, μοναδικό.

Ανάβαση στον Ολυμπο

Στη διασταύρωση, στα 2.480 μ., για κορυφή «Σκάλα» ή για την τοποθεσία «Ζωνάρια», ξελαφρώσαμε τα σακίδιά μας και αφήσαμε τα μπατόν μας. Πήραμε τα απολύτως απαραίτητα πράγματα για το ανέβασμα στις κορυφές: κράνος, νερό, μπουφάν, λιτό προσφάι, σουγιά, σφυρίχτρα, φακό κεφαλής, φάρμακα, αντηλιακή κρέμα. Το ελαφρύ σακίδιο ήταν το κύριο μέλημά μου για την ανάβαση στον Ολυμπο. Είχα υπολογίσει ακόμη και το βάρος της οδοντόκρεμας, προκειμένου να μπορώ να ορειβατώ με άνεση.

Για να φτάσουμε στην κορυφή «Σκάλα», σε ύψος 2.882 μ., χρειάστηκαν δυόμισι ώρες αδυσώπητης ανηφόρας με ανελέητο ήλιο, σε σαθρό έδαφος χωρίς βλάστηση, με τα σκυλιά του καταφυγίου να μας συνοδεύουν και τα αγριόγιδα (rubicapra) να μας παρακολουθούν από μακριά.

Προτίμησα για να ανακτήσω τις δυνάμεις μου να μείνω εκεί, μαζί με κάποιους άλλους από την ομάδα, και να μη συνεχίσω την ανάβαση προς την κορυφή «Σκολιό», 2.912 μ.

Ατένισα τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, έφαγα λίγα φιστίκια, ξερά δαμάσκηνα και βερίκοκα, και ξάπλωσα για λίγο ανάσκελα πάνω στους βράχους για να αναστοχαστώ.

Στην υψηλότερη κορυφή

Ανάβαση στον Ολυμπο

Το σύνθημα για το ξεκίνημα της αποστολής μας προς τον τελικό στόχο, στην υψηλότερη κορυφή «Μύτικα», δόθηκε. Φόρεσα το κράνος μου, άκουσα προσεκτικά της οδηγίες.

Διαβήκαμε την «Κακόσκαλα», με κλίση πάνω από 60 μοίρες ‒σκέτος γκρεμός‒ και επικίνδυνα περάσματα, που χαρακτηρίζεται ως το δεύτερο πιο επικίνδυνο σημείο στον κόσμο.

Είχα μπροστά μου για οδηγό μια πολύ έμπειρη, με εξαιρετικές τεχνικές γνώσεις ορειβάτισσα, τη Βούλα Κ., και πίσω μου, τον Δημήτρη Κ., μεθοδικό και ψύχραιμο.

Ούτε μια στιγμή δεν ξέφυγε ο έλεγχος του σώματός μου.

Με υπερέκκριση αδρεναλίνης στο ζενίθ, νικούσα το άγχος μου κάθε φορά που άλλαζα τα χέρια μου για να κρατηθώ από τους βράχους και τοποθετούσα τα πόδια μου στις εσοχές τους. Δεν κοίταξα ούτε μια στιγμή τη θέα-βάραθρο πίσω μου, ούτε στο πλάι.

Το μόνο που κοίταζα ήταν τις μύτες των ορειβατικών παπουτσιών μου, καθώς προσπαθούσα αργά και εναλλάξ να μετακινηθώ.

Mια πεταλούδα (Aglais urticae) με ακολουθούσε βήμα προς βήμα. Εκτελούσα με ακρίβεια τις οδηγίες της Βούλας Κ. και αισθανόμουν ασφάλεια με τον Δημήτρη Κ. Η αίσθηση συλλογικότητας και αλληλεγγύης σε αυτές τις στιγμές είναι απαραίτητη.

Και το πιο επικίνδυνο, λίγα μέτρα πριν από την κορυφή: πήδημα στο κενό, από τον έναν βράχο στον άλλο, αριστερά η βαραθρώδης κοιλότητα τα «Μεγάλα Καζάνια», δεξιά ο γκρεμός προς τα «Ζωνάρια του Μύτικα». Η πεταλούδα πέταξε με άνεση και με περίμενε στον απέναντι βράχο. Πήδηξα και έφτασα την πεταλούδα.

Με αστραπιαία ταχύτητα έπρεπε να εκτελώ σωστά τις αποφάσεις που λάμβανα, συντονίζοντας στην εντέλεια τον νου μου με το σώμα μου. Ακροβατούσα. Επιτέλους αγγίξαμε την κατοικία των θεών, τον «Μύτικα», 2.918 μ., την υψηλότερη κορυφή της Ελλάδας.

Ανάβαση στον Ολυμπο

Χαρά, συγκίνηση για την ευόδωση της συστηματικής, συλλογικής προσπάθειας. Αγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί, και οι τριάντα πέντε, από την αποστολή του Συλλόγου Αρκάδων Ορειβατών Οικολόγων (ΣΑΟΟ), ξεδιπλώσαμε τη σημαία μας και απαθανατίσαμε τη στιγμή. Αγνάντεψα την απίστευτη θέα και αφιέρωσα τις στιγμές σε αυτούς που πρωτοπερπάτησαν εκεί, στις 2 Αυγούστου του 1913: στον Φρεντερίκ Μπουασονά, Ελβετό φιλέλληνα φωτογράφο, τον φίλο του Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης, και τον Χρήστο Κάκαλο, τον Ελληνα κυνηγό και ορειβάτη από το Λιτόχωρο.

Ανάβαση στον Ολυμπο

Η κατάβαση από την κορυφή προς τα «Ζωνάρια» έγινε από το «Λούκι» και ήταν εξίσου δύσκολη και επικίνδυνη. Αργά αργά, έπρεπε να βρίσκω σταθερή πέτρα για να πατήσω, γιατί το έδαφος σε πολλά σημεία ήταν σαθρό.

Προχωρούσα άλλοτε έρποντας με την πλάτη ακουμπισμένη στις πέτρες και άλλοτε καθιστή. Κρατιόμουν από τα χέρια στους βράχους με την ελπίδα ότι δεν θα «πετάξω» στο κενό.

Ταυτοχρόνως έπρεπε να προσέχω για τις πέτρες που έπεφταν από τους ορειβάτες που βρίσκονταν πίσω από μένα και να μη διώχνω πέτρες σε αυτούς που βρίσκονταν μπροστά μου.

Στο καταφύγιο Γιόσος Αποστολίδης, στα 2.730 μ., που βρίσκεται στο Οροπέδιο των Μουσών, έφτασα το απόγευμα. Χρειάστηκαν περίπου δυόμισι ώρες για να επιστρέψω πίσω στη διασταύρωση και να φορτώσω πάλι το σακίδιό μου. Η θέα της διάσχισης «Ζωνάρια του Μύτικα-Ζωνάρια Στεφανιού» ήταν μοναδική.

Μόλις πάτησα το πόδι μου στο καταφύγιο, μου έδειξαν το κεφάλι του Δία που σχηματιζόταν από τους βράχους στην άλλη κορυφή, στον «Θρόνο του Δία ή Στεφάνι». Εκανα μπάνιο και έπλυνα τα ρούχα μου με παγωμένο νερό. Ευτυχώς στέγνωσαν αμέσως από τον ισχυρό άνεμο. Το παντελόνι μου είχε σκιστεί. Αυτή τη φορά ήμαστε όλοι κουρασμένοι, φάγαμε βραδινό και κοιμηθήκαμε νωρίς.

Το πρωί της άλλης μέρας μια ολιγομελής ομάδα ανέβηκε προς την κορυφή «Στεφάνι», όμως αναγκάστηκε να σταματήσει στο σημείο που η χρήση σχοινιών ήταν επιβεβλημένη, αφού το πεδίο γινόταν αναρριχητικό.

Ακολούθησα τους υπόλοιπους και ανέβηκα στις κορυφές «Τούμπα» 2.801 μ. και «Προφήτη Ηλία» 2.800 μ. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει όταν αντίκρισα τα «Καζάνια».

Τα σύννεφα από τους ατμούς βρίσκονταν κάτω χαμηλά στον γκρεμό, καθώς ο ουρανός κατέβαινε και γινόταν ένα με την άβυσσο. Το βλέμμα μου ατένιζε πέρα, πιο μακριά από τους απόκρημνους βράχους του Ολύμπου με τις ψηλές κορυφές.

Θαύμαζα τα ελεύθερα άλογα που σεργιάνιζαν στους λειμώνες, τα αγριόγιδα που σκαρφάλωναν και το ανάγλυφο του τόπου μας, με τα όρη, τις πεδιάδες και τις θάλασσες. Ενας αετός πετούσε ψηλά στον ουρανό έτοιμος να εφορμήσει στη γη για να σκοτώσει και να φάει. Ενας απαιτητικός, επίμονος εραστής ο Ολυμπος, απαιτεί θάρρος, τόλμη, σθένος, θέληση, αυτοκυριαρχία για να μη σε καταβροχθίσει.

Το μεσημέρι ξεκινήσαμε για το καταφύγιο της «Πετρόστρουγκας», 1.940 μ. Στο «Οροπέδιο των Μουσών» ακολουθήσαμε την αρχέγονη, αιωνόβια διαδρομή των ανθρώπων στο όρος των θεών. Αυτών που κυνηγούσαν και μάζευαν ρίζες και καρπούς από τη γη και των βοσκών που έχουν αφήσει τα χνάρια τους, με τις κυκλικές λιθιές.

Στον «Λαιμό Σκούρτας» ‒ μια ράχη με απότομες πλαγιές δεξιά και αριστερά‒ η κατάσταση άρχισε να γίνεται δύσκολη για μένα. Αρχισα να προσέχω τα βήματά μου για να μη βρεθώ στον γκρεμό.

Σ’ ένα δάσος από οξιές και ρόμπολα βρίσκεται το καταφύγιο της «Πετρόστρουγκας», το οποίο ανακαίνισε και διαχειρίζεται η Ελληνική Ομάδα Διάσωσης.

Εκεί μας υποδέχθηκε ο καλός φίλος και συνορειβάτης Δημήτρης Κίσσονας. Η φιλοξενία στο καταφύγιο, παροιμιώδης. Υπέροχη θέα, φωτεινά δωμάτια, εκλεκτά εδέσματα από τις κουζίνες του κόσμου, κρασί και τσίπουρο. Ξενυχτήσαμε τραγουδώντας.

Οταν το άλλο πρωί άνοιξα τα μάτια μου, οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει τον κοιτώνα και είχαν κατέβει για πρωινό.

Κατέβηκα από την κουκέτα μου και με αργά βήματα κατευθύνθηκα προς το παράθυρο. Αισθάνθηκα τη θλίψη που επιφυλάσσει το τέλος του κάθε ταξιδιού μου να με κατακυριεύει. Το προσκύνημα στο όρος των θεών είχε λάβει τέλος.

Δοκιμάστηκα στις ανηφόρες, στον ανελέητο ήλιο, στην επιβίωση. Κατανόησα τα συστατικά του σώματος και της ψυχής μου: αέρας, πέτρες, χώμα, πεταλούδες, βράχια, άτια, νερό, χιονιάδες, όνειρα, ελπίδες.

«Genius loci». Το πνεύμα του τόπου κυλούσε στις αρτηρίες μου.